The Team

Κυριακή, 28 Νοεμβρίου, 2010

Today I want to present some members of the professional team I work with in Romania.

We have been through many difficulties over the last 20 months, but persevered and we stand on our feet today, a lot stronger than before. My assignment in Romania ends in 4 months and I do not know at this stage if I will continue. Thinking about the time past, I wonder what is my major achievement of the period. And I come to the conclusion that it is the re-building of the team. So that it is empowered, more open, more enthusiastic, more committed to what they do, and happier with their work. All of these in my experience start and end with the leadership of the team.

The occasion for the post is the annual team building meeting, which this year took place near Dracula’s castle in Bran, Romania.

This is not really Dracula’s castle, this is Bram Stoker’s castle. In any case, it is the most famous castle in Romania.

Although I start with a trio and then a duette, I would like to think of all other pictures as «portraits». The portrait brings out some aspects of the person that cannot be seen otherwise. In our case, there were no portrait shooting sessions, I just selected and cropped the persons who seemed to be in portrait mood, even though a lot of things were happening around them. I must confess that by looking at some of the pictures, I saw my colleagues in a different way, because they were able to express themselves differently.

Obviously,  I do not have «portraits» of all the members of the team, only the ones that came out and expressed themselves, but I believe I have a good part of it.

I start with a trio, with Silvia, my most able personal assistant in the middle. On the left Mircea, a new recruit, on the right Mihai, counting a couple of years now.

From three to two: Ana and Ana, inseparable trio with Alina, who somehow managed to miss the photo session.

The newest members of the team, Silvia’s Wellington boots.













The Team Building itself was a success. There was open and honest communication, plenty of time to mingle, and time to play. But most importantly, I got to know some members of it, in a better way. I hope they can say the same thing about me.

Cy Twombly: The Rose

Σάββατο, 27 Νοεμβρίου, 2010

Cy Twombly is today one of my favorite living painters. He is an American, living in Europe and USA, and I must confess that I was not very impressed by his work, until I visited a year ago the Bandohrst Museum in Munich, Bavaria, where a lot of his paintings are exhibited, along with a few of his sculptures.

In the Brandhorst there is a room with huge canvases depicting roses. It is these pictures that started the process of my reconsideration of Twombly’s work.

Cy Twombly

The paintings in the Brandhorst are untitled, with the word «Roses» in parenthesis following the untitled.

The artist has produced another series of Roses paintings, this time with the relevant title. They were exhibited in the Gagosian Gallery in London in early 2009, with the title «The Rose».

Untitled (Roses) - Brandhorst Museum, Munich

This is a set of five large panels, with the painter having scribbled over the paint fragments from Rainer Maria Rilke’s poems in the «Les Roses» cycle.

Titian and Twombly: the most youthful of old masters (Jonathan Jones, The Guardian, February 2009)

One rose alone is all roses
and this one: irreplaceable,
perfect, the supple term
surrounded by the text of things.
How, without her and her
intermittent and continual springing forth,
could we ever express
what were our hopes.

The Rose - Gagosian Gallery


Pressing you, fresh bright rose,

against my eyelid closed—

one might say a thousand


against my warm one.

A thousand nights’ sleep

against my one pretended sleep

in which I roam

through the scented labyrinth.

The Rose (Detail)

Rose (Rilke’s epitaph)

Rose, oh pure contradiction, delight
of being no one’s sleep under so
many lids

Untitled (Roses) – Brandhorst Museum


Rose, so ardent and so bright

that one should call her

Saint Rose’s Reliquary…,

rose that emits this troubling scent of naked saint.

Rose nevermore tempted, disconcerting

for its internal peace; ultimate lover

so far removed from Eve, from her first awareness—

rose that infinitely possesses the loss.

I was not the only one who was and still is (even more) enthusiastic about Twombly’s work after having seen the rose, titled or untitled.

The quote from the Guardian is indicative.

Twombly is up there, with the old masters!

His hands work the paint, press it against the canvas, the sensation of the whole work is as important as the felling you get from the most minute details.

We are talking about a color master who takes us back to the Venetian School.

Abstract Expressionism comes of age and in a cyclical never ending, almost spiral pattern, joins up with Titian!

The feeling of liberation is immense.

The huge canvases absorb the vicissitudes of the world, filter out the bad stuff and exhume only the aroma of the essence of life.

La vie en rose.

Merci Mr. Twombly.

Ad Memoriam Taiv – Εις Μνημην Ταιβ

Κυριακή, 21 Νοεμβρίου, 2010

Σημερα ειναι τα Εισοδια της Θεοτοκου. Σημερα ειναι η γιορτη του Ταιβ. Ψαχνοντας στα χαρτια μου βρηκα αυτη την ασπρομαυρη φωτογραφια απο τη δεκαετια του 1970 στη Ροδο.

Ο Ταιβ παντα ηθελε να γιορταζει τη γιορτη του, ασχετως του οτι δεν το ελεγε. Μια θα βγαιναμε εξω να γιορτασουμε, μια θα μεναμε στο σπιτι της με μαγειρεματα και οινοπνευματα.

Η χαρα της αμετρητη οταν ντυνοτανε για να υποδεχθει τους προσκαλεσμενους.

Την ιδια χαρα εκανε και οταν ετοιμαζε τη γιορτη του μπαμπα η τις δικες μας, της αδελφης μου και τη δικη μου.

Ενα απο τα προσωνυμια του Ταιβ ηταν «καλλιτεχνης». Το απεκτησε οταν συνειδητοποιησα οτι οσα ερεθισματα ειχα για την τεχνη τα ειχα απο εκεινην. Ο μπαμπας ηταν τεχνοκρατης και πραγματιστης.

Για τον Ταιβ τον καλλιτεχνη λοιπον, ηθελα να βρω μια απεικονιση των Εισοδιων. Και η φυσικη επιλογη ηταν το σχετικο εργο του Μανουηλ Πανσεληνου.

Ο Ταιβ λατρευε τον Μανουηλ Πανσεληνο. Τον θεωρουσε αξεπεραστο καλλιτεχνη.

Τα Εισοδια της Θεοτοκου απο την Μονη Πρωτατου στο Αγιο Ορος ειναι απο τα μεγαλειωδη εργα του, γεματα κινηση και χρωμα, αλλα και μια ευγενεια και συστολη που χαρακτηριζει τον ωριμο καλλιτεχνη.

Ταιβ καλλιτεχνη μου λειπεις πολυ!!!

«Σήμερον πιστοὶ χορεύσωμεν, ἐν ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις, τῶ Κυρίω ἄδοντες, τιμῶντες καὶ τὴν αὐτοῦ, ἡγιασμένην σκηνήν, τὴν ἔμψυχον κιβωτόν, τὴν τὸν ἀχώρητον Λόγον χωρήσασαν, προσφέρεται γὰρ Θεῷ, ὑπερφυῶς τὴ σαρκὶ νηπιάζουσα, καὶ Ἀρχιερεὺς ὁ μέγας, Ζαχαρίας δέχεται, εὐφραινόμενος ταύτην, ὡς Θεοῦ κατοικητήριον».

Σημερα ειναι τα Εισοδια της Θεοτοκου. Η καλη μου η κουμπαρα η Μαρια, γυναικα του κουμπαρου μου του Μανωλη εορταζει. Κι ετσι εφτιαξα μια πιτα με νεφρα μοσχαρισια για να της ευχηθω τα χρονια πολλα.

Τα νεφρακια αρεσουν πολυ στην κουμπαρα κι ετσι εφτιαξα μια νεα συνταγη, παραλλαγη της εγγλεζικης «steak and kidney pie». Αντι γοα την μπριτζολα, εβαλα στην πιττα κολοκυθακια και κοκκινες πιπεριες. Η φετεινη καλοκαιρια εχει οδηγησει σε αφθονια λαχανικων και ζαρζαβατικων που δεν θα υπηρχαν υπο κανονικες συνθηκες.

Κοβω τα κολοκυθακια ροδελες και τα περναω μια δυο βολτες απο καφτο τηγανι για να ροδισουν, και να μαλακωσουν οι πιπεριες. Στο πεταξυ εχουν βαλει τα ψιλοκομμενα νεφρακια σε ξυδι, σκορδο, κρεμμυδι, καυετερη πιπερια και δαφνι.

Στη συνεχεια καβουρντιζω τα νεφρακια και ριχνω τουμπα στην κατσαρολα ολα τα συστατικα της ελαφρας μαριναρας για προσθετη γευση.

Η τελικη πραξη πριν το ψησιμο ειναι η ετοιμασια μιας ζυμης για να καλυψω την πιττα. Η ζυμη που φτιαχνω ειναι με αρκετο αλευρι, μαγια, νερο και λαδι.

Σκεπαζω το πυριμαχο βαθυ σκευος και ψηνω για 45 λεπτα σε 200 βαθμους Κελσιου.

Το αποτελεσμα ειναι γευστικο και πικαντικο, οτι πρεπει για ενα μερλο η πινο νουαρ.

Απολαυστε και εορταστε!!!!!

Today’s post is dedicated to my friend Despoinarion, on the occasion of her name day. Many happy returns Dearest!!!!

Η σημερινη αναρτηση ειναι αφιερωμενη εξαιρετικα στην εορταζουσα και πολυαγαπημενη Δεσποιναριον!!!!!

Χρονια Πολλα Καλλιστη Φιλη!!!!!

Ολα ξεκινησαν σημερα Σαββατο 20 Νοεμβριου το πρωι απο το αεροδρομιο στο Βουκουρεστι. Μετα την πρωινη μπορα ανοιγει ο ουρανος, βγαινει ενας δειλος ηλιος, η θερμοκρασια συνεχιζει να ειναι εξωπραγματικα υψηλη, περσι τετοια εποχη ειχαμε χιονια. Τωρα ειναι στους 15 βαθμους!

Αεροπλανακι και Αθηνα σε 1 1/2 ωρα. 

Η Αθηνα μας εχει 20 βαθμους, λαμπρο ηλιο και σε κανει να ξεχνας το ΕΥΡΩ τη Μερκελ και τους λοιπους. Ολοταχως στον χασαπη για κοκορακι (τι κοκορακι, 3 κιλα ηταντο ατιμο!).

Η ολη ιστορια ξεκινησε οταν αγορασα την πετρα του σκανδαλου, δηλαδη τα στριφταρια με μανταρινι απο τη Χιο, οπου τα παρασκευαζει η οικοτεχνια του Κωνσταντουλακη. Ο Κωνσταντουλακης ειναι μαγειρας μερακλης που βαρεθηκε την Αθηνα και γυρισε στη Χιο για να φτιαξει προϊοντα του τοπου που τον γεννησε, της Χιου.

Θερμες ευχαριστιες στον Γιαννη και την Τετη, που φερνουν τα ζυμαρικα στο υπεροχο μαγαζι τους, την Πανδαισια, στην Αγια Παρασκευη, και μου προτειναν να τα φτιαξω με ασπρο κρεας.

Απο δω και μπρος τα πραγματα ειναι στρωτα. Τα μπουτακια και οι φτερουγς απο το κοκορακι μπηκαν στην κατσαρολα για να γινουν κοκκινιστα.

Σε διπλανη κατσαρολα ο.τι απεμεινε απο το κοκορακι φτιαχνει ζωμο για να βρασουν τα στριφταρια.

Τα στριφταρια δεν θελουν πολυ ωρα, οποτε φροντισα να ειναι αρκετα δυνατος ο ζωμος, για να μην εχω μετα να σουρωνω. Οπερ και εγενετο.

Προσεθεσα στα ζυμαρικα και τα κρεατακια απο το βρασμενο κοκορακι και σερβιρισα με γραβιερα Παρου.

Ομολογω οτι τα αρωματα απο το πιατο ηταν μεθυστικα. Δεν εμεινε λεπι.


Ελπιζω να σου αρεσε, και ευχομαι τα καλυτερα με πολυ αγαπη.

Τον Γιωργο Σαρανταρη τον γνωρισα ενα βραδυ οταν ο αντρας μιας καλης φιλης, ερασιτεχνης ποιητης, μου εφερε στο σπιτι ενα βιβλιο με τα ποιηματα του. Πιασαμε την κουβεντα για αλλα θεματα, και μολις προλαβε να μου πει «ειναι μεγαλος ποιητης, αλλα αγνωστος». Ο χρονος περασε και το βιβλιο με τα ποιηματα του Σαρανταρη στολιζαν τη βιβλιοθηκη, ενω εγω οργωνα τα Βαλκανια. (Θυμαμαι οτι εκεινη την εποχη ειχα διασχισει τα συνορα Βουλγαριας – ΠΓΔΜ πεζος σε ενα ορεινο περασμα, και αμεσως μετα αντικρυσα ενα καρο που το εσερνε ενα τεραστιο βοδι. Ευτυχως το αυτοκινητο που ειχα παραγγειλει με περιμενε, κι ετσι δεν χρειαστηκε να ανεβω στο καρο.)

Καποια στιγμη το ανοιξα και αρχισα να διαβαζω. Και συνεχιζω να διαβαζω.   

«Η Ευρώπη είναι ένα μεγάλο κοιμητήριο. Η Ευρώπη δεν έχει Αγάπη και δεν πιστεύει στην Ανάσταση.»

Γιώργος Σαραντάρης στον Γιάννη Τσαρούχη

Ο ποιητης, στοχαστης και συγγραφεας Γωργος Σαρανταρης γεννηθηκε στην Κωνσταντινουπολη το 1908, γονος ευπορης οικογενειας εμπορων. Απο το 1910 εως το 1931 εζησε στην Μπολονια, στην Ιταλια. Το 1931 ερχεται στην Αθηνα οπου και εγκαθισταται.

Το 1934 γνωριζεται με τον Οδυσσεα Ελυτη. Η σχεση τους ειναι βαθεια και γνησια.

«Για τους Αθηναίους φερέλπιδες νέους των γραμμάτων η άφιξή του στην ελληνική πρωτεύουσα διχάζει τα πνεύματα: ο ποιητής-στοχαστής είναι και παραμένει τα χρόνια εκείνα ο αινιγματικός ξένος που πρέπει να τον προσεταιριστούν ή να τον απορρίψουν ως «παρείσαχτο», όπως τον σκιαγραφεί ο Οδυσσέας Ελύτης στα Ανοιχτά χαρτιά του («Το χρονικό μιας δεκαετίας»)» (Λιζυ Τσιριμωκου, ΤΑ ΝΕΑ)

 Το 1940 κατατασσεται στον ελληνικο στρατο και πηγαινει στο αλβανικο μετωπο, οπου και αρρωσταινει βαρεια απο  κοιλιακο τυφο. Την Ανοιξη του 1941 επιστρεφει και πεθαινει στην Αθηνα, σε ηλικια μολις 33 ετων.

 Ο Ελυτης συντετριμενος μετα τον θανατο του φιλου του, γραφει δριμυτατο κατηγορητηριο εναντιον των στρατιωτικων αρχων που κρατησαν στην Αθηνα τους θαμωνες των ζαχαροπλαστειων και εστειλαν στο μετωπο τον φιλασθενο Σαρανταρη, σε βεβαιο θανατο.

Τοῦ χρόνου ἀνάγλυφη εἰκόνα

Δὲν ὀνειρεύτηκα ποτὲ τὸ χρόνο
Καὶ τὴ συντροφιά του
Μήτε τὴν ἀπουσία τοῦ ὀσφράνθηκα ποτὲ
Σὲ κάποιο ἐλάχιστο ἡδονικό μου ὕπνο

Αποκαθηλωση - Κωνσταντινος Παρθενης

Μόλις πεθάνει

Μόλις πεθάνει

Ἡ ἀγάπη
Θέλει σιωπὴ μεγάλη
Γιὰ νά ῾βρει στὴν ἄκρη τοῦ πόνου
Τὴν περίφημη λίμνη
Τὴ λήθη.

Πάλι ο ουρανός ανοίγει εδώ την πύλη

Πάλι ο ουρανός ανοίγει εδώ την πύλη
Πάλι σηκώνει τη σηµαία
Εµείς µπαίνουµε χωρίς φόβο
Τα µάτια τα πουλιά µαζί µας µπαίνουν
Αστράφτει η πολιτεία αστράφτει ο νους µας
Η φαντασία τους κήπους πληµµυράει
Είναι παιδιά που στέκονται στις βρύσες
Κορυδαλλοί στους όρθρους ακουµπάνε
Στις λεµονιές άγγελοι χορτάτοι
Είναι αηδόνια που παντού ξυπνάνε
Φλογέρες παίζουν έντοµα βουίζουν
Είναι τραγούδια η στάχτη των νεκρών
Και οι νεκροί κάπου αναγεννιούνται πάλι
Ολούθε µας µαζεύει ο Θεός
Έχουµε χέρια καθαρά και πάµε.

Thermopylae - Cy Twombly

Ποιος ειν’ τρελλος απο ερωτα

(εγινε τραγουδι απο το Μανο Χατζηδακι, στον «Μεγαλο Ερωτικο», αποδοθηκε για πρωτη φορα απο την Φλερυ Νταντωνακη).

Ποιος είν’ τρελός από έρωτα

ας κάνει λάκκους την αυγή
να πάμε εκεί
να πιούμε τη βροχή

Μια που εμείς σ’ όποια στέγη αράξουμε
σ’ όποιαν αυλή
ο άνεμος χαλνάει τον ουρανό τα δέντρα
κι η στείρα γη
μέσα σ’ εμάς βουλιάζει

Ποιος είν’ τρελός από έρωτα
ας κάνει λάκκους την αυγή
να πάμε εκεί
να πιούμε τη βροχή

“Δεν έχω γνωρίσει, θα ‘θελα να το διακηρύξω, μορφή
πνευματικού ανθρώπου αγνότερη από τη δική του.”
(Οδυσσέας  Ελύτης για τον Γιώργο Σαραντάρη )

Γιώργος Σαραντάρης  (ποιημα του Οδυσσεα Ελυτη)

Θ’ ανάψω δάφνες να φλομώσει ο ουρανός
μήπως και μυριστείς πατρίδα και γυρίσεις
μέσ’ απ’ τα δέντρα που σε γνώριζαν και που γι’ αυτό
τη στιγμή του θανάτου σου άξαφνα τινάξανε άνθος

Εμάς τους γύφτους άσε μας
τους «οικούντας εν τοις κοίλοις»
τι δε νογάμε από γιορτή

Και τα πουλιά δε βάνουμε προσάναμμα
μα στον ύπνο μας καθώς μας είχες μυήσει
δώθε από τη φθορά πλέκουμε τους κισσούς
μακριά σου πιο κι απ’ το Α του Κενταύρου

«Ως εν τινι φρουρά εσμέν»
μαργωμένοι μες στο χρόνο
κι από τραγούδι αμάθητοι

Μόνος εσύ ο αιρετικός της ύλης αλλ’
ομόθρησκος των αετών το ύστερο άλμα
τόλμησες. Κι οι ποιμένες σ’ είδανε της Πρεμετής
μες στης άλλης χαράς το φως να οδοιπορείς πιο νέος

Τι κι αν ο κόσμος μάταιος
έχεις μιλήσει ελληνικά
ως «εις τον έπειτα χρόνον»

κι από την ομιλία σου ακόμη
βγάνουν θυμίαμα οι θαλασσινοί κρίνοι
και κάποιες θρυλικές κοπέλες κατά σε
μυστικά στρέφουνε τον καθρέφτη του ήλιου.


Σπιτια στην πλαγια - Σπυρος Παπαλουκας

«Ο Σαραντάρης, αγέννητος ακόμη και κυοφορούμενος στην εποχή μας, μεταξύ ουρανού και γης, σπασμωδικός, με την ενέργεια ενός παιδιού και τη γνώση ενός μεσήλικα, μας διδάσκει ότι η ποίηση μπορεί να μην έχει μία πατρίδα, ο άνθρωπος μία ζωή, ο ποιητής ένα θνητό και πεπερασμένο έργο,η Μούσα μία κατοικία. Κι απ’ την άλλη, ο Λορεντζάτος, με την έγνοια του για το τι μπορεί να σηκώσουν ο τόπος και ο χρόνος ο ελληνικός, μας διδάσκει ότι τα σημαντικά έργα, ο Ηράκλειτος και τα κοντάκια του Ρωμανού του Μελωδού, ο Παπαδιαμάντης και ο Ομηρος, η Λειτουργία του Χρυσοστόμου και ο Σολωμός, ανήκουν κατ’ αρχάς στον τόπο τους και κατόπιν στην οικουμένη. Ωραία συζυγία, όμορφη αναμόχλευση.»

(Χαρης Μεταλλινος, στην Ελευθεροτυπια, παρουσιαζοντας το βιβλιο του Σαρανταρη

«Οι γνωριμίες και η φιλία»

Σημειώσεις για τις Αναμνήσεις που δε θα γράψω ποτέ

μετάφραση: Ζήσιμος Λορεντζάτος)

Αργα ή γρηγορα, ολοι μπαρκαρουμε μια μερα. Αλλοι για πολυ, αλλοι για λιγο, εως οτου ερθει η ωρα για το τελευταιο μπαρκο, που το κανουμε ολοι, ο καθενας μονος του.

Ο Νικος Καββαδιας ειναι απο τους μεγαλυτερους συγχρονους Ελληνες ποιητες και συγγραφεις. Σε αυτη την αναρτηση ξεκιναω απο μια μερα που μπαρκαρησε και περιδιαβαινω στη «Βαρδια», το αριστουργημα του.

Nikos Kavadias, is one of the greatest modern the Greek Poets and Writers. This post starts from a day he sailed from Piraeus on the «Acquarius», and wanders in his novel «The Watch».

Ηταν Κυριακη, 17 Μαϊου 1974, οταν ο Καββαδιας, 64 ετων τοτε, γεννημενος το 1910, συναντησε φιλους του στο Τουρκολιμανο για μεσημεριανο φαγητο. Στις 4 το ιδιο απογευμα μπαρκαριζε στο κρουαζιεροπλοιο «Υδροχοος», οπου ηταν Ασυρματιστης Α’. Ο φιλος του Ηλιας Παπαδημητρακοπουλος τον πηγε στην αποβαθρα για να μπαρκαρει.  Ο Καββαδιας ειχε ολα του τα ταξιδιωτικα ειδη σε μια μικρη βαλιτσα της «Αιρ Φρανς».

Η φωτογραφια αυτη στην αποβαθρα πριν το μπαρκο λεει παρα πολλα. Ο Καββαδιας δεν ειχε πια αναγκη να ταξιδευει. Ειχε φιλους σχεδον παντου, και ποικιλους. (Ειρησθω εν παροδω, ο Καββαδιας ειχε μεγαλη αγαπη για τη ζωγραφικη, και πολλους ζωγραφους φιλους, αναμεσα σε αυτους ο Χατζηκυριακος Γκικας, ο Μωραλης, αλλα και ο μεγαλος Εγγλεζος ζωγραφος Λουσιαν Φροϋντ. που του ειχε χαρισει μια ζωγραφια της Μασσαλιας.) Μπορουσε λοιπον ο Καββαδιας να μεινει στην Αθηνα και να περνα μια ηρεμη και ευχαριστη ζωη. Αυτος ομως προτιμησε να μπαρκαρει και παλι.

It was Sunday, 17 May 1974. Kavadias at that time was 64 years old, being born in 1910.  He met with friends in the marina of Tourkolimano, Piraeus, and had lunch. At 4 pm he was sailing with the cruise ship Acquarius, where he was the radio operator. His friend Elias Papadimitrakopoulos  drove him to the port where the photograph above was taken. Kavadias was carrying only one slim «Air France» bag.

Hellenic Mediterranean Lines: Aquarius

Ο «Υδροχοος» ηταν το στερνο καραβι του Καββαδια. Ο ξαφνικος θανατος τον βρηκε στις 10 Φεβρουαριου 1975. Πεθανε μεσα στην Πολη, και οχι στο Πελαγο, και ειχε μια κηδεια σαν των πολλων ανθρωπωπν τις κηδειες.

Το μοναδικο μυθιστορημα του Καββαδια ειναι η «Βαρδια», που εκδοθηκε το 1954. Για μενα ειναι απο τα κορυφαια εργα της λογοτεχνιας. Μιας λογοτεχνιας του περιθωριου, αφου ο ναυτικος ζει στο περιθωριο της κοινωνιας, εξω απο τα κυρια ρευματα και συμβασεις της. (Ο φιλος και συμμαθητης του Καββαδια στον Πειραια, ο Γιαννης Τσαρουχης, φιλοτεχνησε τεσσερις ζωγραφιες για την εκδοση του 1976, που ο συγγραφεας δεν ευτυχησε να δει.)

Yannis Tsarouchis: Diamandis

Η ζωγραφια αυτη του Τσαρουχη (δημοσιευμενη στην εκδοση της «Βαρδιας» που κατεχω, του 1989) δειχνει ενα επεισοδιο απο τη «Βαρδια», οταν ο δοκιμος ο Διαμαντης ανησυχει για ενα σπυρι που εβγαλε εκει…. και ξεβρακωνεται για να το δουν και να συμπερανουν τι εχει.

Εχω επιλεξει καποια χαρακτηριστικα αποσπασματα απο τη «Βαρδια» για να διανθησω την αναρτηση αλλα και να διαλευκανω το «μυστηριο» του μπαρκου.

«βρηκα ξενοδοχειο στο….Που αλλου! Αναμεσα στα πορνεια, στα φτηνα καμπαρε, στα μαγειρια. Μια μικρη καμαρα σε σοφιτα. … Πηγαιναν να κοιμηθουν οι δουλευταδες της νυχτας. Φυλακες, γκαρσονια, πορνες, κοκοτες, γυναικες του καμπαρε. Αρπαζε το ματι σου καθως εβγαινες, προσωπα καρβουνιασμενα, ξεπαγιασμενα, κι αλλα που’ χε πεσει το φτιασιδι απο πανω τους, για να μεινει πανου σ’αλλα μαγουλα, ρυτιδωμενα και φαγωμενα απο τον αναεμο και την αλμυρα.»

«Η μανα του δεν εκλαψε. Σε κεινο το νησι οι γυναικες δεν κλαινε ποτε μπροστα στους αλλους. Οταν καις, ειναι σα να γδυνεσαι, και χειροτερο. Κλαινε τη νυχτα, οταν σωθει το λαδι του καντηλιου και τσιριζει η καντηληθρα. Οταν σε πιανει στο λαιμο η μυρωδια του καμενου λαδιου.»

Γιαννης Τσαρουχης: Τεσσερις ζωγραφιες για τη "Βαρδια"

«Βοη της σφυριχτρας, ομιχλη, ζεστη, κουραση, ανακατωνονται.

Γδυσου. Θα σου δωσω για φορεμα το πουσι…Θα πιω αλλο ενα, για χαρη της θαλασσας…Για χαρη της γοργονας που’χω στο μπρατσο μου. Που σαλταρει στη θαλασσα καθε νυχτα και με κερατωνει με τον Ποσειδωνα. Γυριζει το πρωι που κοιμαμαι, γιοματη φυκια και τσουκνιδες της θαλασσας. Οταν πιανουμε στερια για καιρο, μαραζωνει και χανει τα χρωματα της. ..Ενα σπιτακι στην εξοχη. Να κοιμασαι μια βραδια στα δυο χρονια. Διχως γυναικα στο παλι σου. Το πρωι να σαλπαρεις. ..Παλι το ντακα ντουκου της μηχανης, η μυρωδια της λαντζας, η βαποριλα, ο μαγειρας που κοβει τα νυχια του με το μαχαιρι της κουζινας. Βαρδια γιερνε, γιατακι με κοριους, επισκευες, μυρωδια της μοραβιας, πισσα βρασμενη, αποπατοι δεξαμενης, νερο θολο στο μπουγελο.»

«Δεν ειναι η θαλασσα που σκιαζομαστε. Την κουμανταρουμε και μας κουμανταρει. Κανεις δεν ξερει να την ταξιδευει σαν τους Γραικους. Μπουγαζιανοι, Μαρμαρινοι και Μαυροθαλασσιτες. Νησιωτες. Βασανισμενα μουτρα. Χαλασμενα χερια. Γρινιαρηδες και παραπονεμενοι. »

«Οι μεγαλοι δεν κλαινε. Ομως ειν’ ενας κομπος που ανεβαινει, ενας βροχος. Ειν’ εκεινο που κανει τους στεριανους να γραφουν βιβλια και τους ναυτες να σκαλιζουν και ν’ αρματωνουν μεσα σε μποτιλιες καϊκια η να ζωγραφιζουν το κορμι τους. »

«Η θαλασσα στις ακτες! Ολοι οι αποπατοι του κοσμου κατεβαινουν στη θαλασσα. Οι νεροχυτες, ολο το αγκομαχητο της νυχτας. Το ιδιο με τον αποπατο. Ο γιαλος ειναι γεματος σαρδελοκουτια, αποχτενιδια, καρεκλοποδαρα, τρυπια γοβακια. Γιοματος κοριτσια που κολυμπανε και χαιρονται το νερο. Χαρισμα σας…»


γιερνε: διαρκως

γιατακι: κλινη, καταλυμα

βαποριλα: η μυρωδια του βαποριου

λαντζα: δοχειο με υγρα για τον καθαρισμο των σκευων

μοραβια: αντιδιαβρωτικο και αντιρρυπαντικο χρωμα αντοχης για την βαφη των υφαλων των πλοιων

Η αναγνωση της «Βαρδιας» αποκαλυπτει το γιατι ο Καββαδιας δεν εμεινε εκεινο το απογευμα τηε Κυριακης με τους φιλους του στο Τουρκολιμανο, να πιει τον καφε του με την ησυχια του, να παει να κοιμηθει λιγο το μεσημερι, μετα να βγει το βραδυ στην ταβερνα.

Ο Καββαδιας δεν ηταν μονο ενας μεγαλος ποιητης και συγγραφεας, ηταν ΚΑΙ ναυτικος. Το να ειναι ναυτικος ηταν αναποσπαστο μερος του ΥΠΑΡΧΕΙΝ. Δεν γινοτανε να το αποχωριστει.  Η πραγματικη ζωη του ηταν η ζωη του ναυτικου. Στη «Βαρδια» ο συγγραφεας ειναι ενας απο τους πρωταγωνιστες.  Και ειναι πρωταγωνιστης σε ενα κοσμο εντελως διαφορετικο απο τον κοσμο της διανοησης η τον κοσμο τον μεσοαστικο.

Η καθημερινοτητα του ναυτικου ειναι η αναμετρηση με τη θαλασσα. Αυτη η αναμετρηση καθοριζει την καθε πραξη του. Αργα η γρηγορα ολα επιστρεφουν και καταληγουν στο αλωνι της αναμετρησης με την μεγαλη Ερωμενη.

Ο Καββαδιας συγγραφεας ειναι και ο Καββαδιας ναυτικος, αυτα που γραφει τα γραφει εκ των εσω, και οχι εκ των ασφαλων εξω. Ειναι μεσα στην αρενα παλευοντας με την θαλασσα, και οχι στην ασφαλη στερια.

Η γοητεια που ασκει ακομη και σημερα το εργο του Καββαδια ειναι εν πολλοις η γοητεια ενος κοσμου του περιθωριου, που ο μεσοαστος δεν θα γνωρισει ποτε, ουτε και τον καταλαβαινει πολυ, αλλα ειναι ενας κοσμος σχεδον ονειρικος, απομακρος και ξενος.

(Δεν εχω παρε δωσε με ναυτικους, παρα μονο απο τα αεροπορικα ταξιδια. Οταν ζουσα στην Αγγλια, γυρνουσα απο Αθηνα μετα τις γιορτες κατι μερες περιεργες, οπως Πρωτοχρονια, η αμεσως μετα τα Χριστουγεννα, παντα με την πρωινη πτηση της Μπριτις Εργουειζ, που ηταν μισοαδεια. Οι αλλοι επιβατες ηταν κατα κανονα ναυτικοι που πηγαινανε για μπαρκο. Το πρωινο σερβιροτανε οκτω η ωρα το πρωι ωρα Ελλαδος, και ολοι πινανε ουισκυ και καπνιζανε σαν αρπαηδες (εκεινη την εποχη επιτρεποτανε το καπνισμα στα αεροπλανα). Λιγομιλητοι, κοιταζανε καπου εκει εξω, καθως πινανε και καπνιζανε. )

Κλεινω με τους τελευταιους στιχους του ποιητη:

«Μα ο ήλιος αβασίλεψε κι ο αητός απεκοιμήθη
και το βοριά το δροσερό τον πήραν τα καράβια.
Κι έτσι του δόθηκε καιρός του Χάρου και σε πήρε.»

Γιαννης Τσαρουχης: Τεσσερις ζωγραφιες για τη "Βαρδια"


Αναφερόμενος στην καθημερινή ζωή του Καββαδία, ο καθηγητής της νεοελληνικής φιλολογίας στη Σορβόνη Γκυ (Μισέλ) Σωνιέ, γράφει: «Στην καθημερινή ζωή ο Καββαδίας μπορεί να ήταν πονηρός παραμυθάς και ν’ απόφευγε, μαζί μου τουλάχιστον, και, όσο ξέρω, με αρκετούς φίλους, κάθε είδος εξομολόγησης και μερικές φορές ακόμα και σοβαρής προσωπικής κουβέντας, καταφεύγοντας εν ανάγκη στις πιο επιπόλαιες γραφικές κοινές αναμνήσεις μόλις η κουβέντα έκανε να γλιστρήσει προς επικίνδυνες περιοχές […] Στο έργο του συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Από την αρχή ως το τέλος τα γραπτά του, ποιήματα και πεζά, διέπονται, στο κλίμα τους και στη μυθολογία τους, από μια παντοδύναμη ενοχή. Και στη Βάρδια- κατ’ εμέ η κορυφή του όλου έργου- κορυφώνεται και η ενοχή: ένας κόσμος ολόκληρος σήπεται και καταρρέει. Ταυτόχρονα η εξομολόγηση, ας είναι φανταστική, είναι άλλο ζήτημα, παίζει βασικό ρόλο. Στη «Βάρδια» όλες οι ιστορίες που διηγείται ο αφηγητής ακόμα και η ιστορία που διαδραματίζεται γύρω του κατά το ταξίδι του «Πυθέα» έχουν παρόμοια κατάληξη».

«Εμένα εκείνο που με συναρπάζει είναι το ήθος του. Η ανθρώπινη σχέση σε αυτό το βιβλίο έχει μια μοναδική συνέπεια (…). Εκείνο που ανατρέπει την καθεστηκυία ηθική – και δίνει στην Βάρδια μια άλλη διάσταση σχεδόν πολιτική – είναι το γεγονός πως όλοι αυτοί οι ντεσπεράντος (πόρνες, ρουφιάνοι, λαθρέμποροι, παιδεραστές, τυχοδιώκτες κλπ) δείχνουν όχι μόνο μια καταπληκτική αλληλεγγύη μα και μια συνέπεια κυριολεκτικά απροσδόκητη (…). Θεωρώ τη Βάρδια μέγιστο μάθημα ήθους. Μακάρι να μπορούσε να διδαχθεί στα σχολεία». – Ηλίας Παπαδημητρόπουλος

Η πηγη των ανωτερω παραπομπων και της απρομαυρης φωτογραφιας του μπαρκου ειναι το αφιερωμα «7 Ημερες» της εφημερίδας «Καθημερινή», 1999.