Aris Alexandrou – Greek Writer

Δευτέρα, 7 Μαρτίου, 2011

Today I want to pay tribute to Aris Alexandrou, a Greek writer who became known for his novel “The Mission Box”.

Σημερα τιμω τον μεγαλο Ελληνα Συγγραφεα Αρη Αλεξανδρου, που ειναι ευρυτερα γνωστος απο το μυθιστορημα του “Το Κιβωτιο”.

Γιος του Βασίλη Βασιλειάδη, Ελληνα από την Τραπεζούντα και της Πολίνας Αντοβνα Βίλγκελμσον, Ρωσίδας εσθονικής καταγωγής, ο Αριστοτέλης Βασιλειάδης, όπως ήταν το πραγματικό όνομα του Αρη Αλεξάνδρου, γεννήθηκε στο Λένινγκραντ το 1922. Ηρθε με τους γονείς του στην Ελλάδα το 1928 και εγκαταστάθηκαν στην αρχή στη Θεσσαλονίκη και αργότερα στην Αθήνα. Τελείωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Βαρβάκειο το 1940 και έδωσε εξετάσεις στο Πολυτεχνείο, όπως επιθυμούσε ο πατέρας του. Τελικά πέρασε στην ΑΣΟΕΕ, αλλά το 1942 την εγκατέλειψε αποφασίζοντας να στραφεί στη μετάφραση. Ηταν η εποχή, μέσα στην Κατοχή που συνίδρυσε (με τους Ανδρέα Φραγκιά, Γεράσιμο Σταύρου κ.ά.) μια αντιστασιακή ομάδα.

Η απομάκρυνσή του από την ενεργό κομματική δράση και η μη συμμετοχή του στις δραστηριότητες της Αριστεράς και εδώ ειδικά στα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 1944, δεν εμπόδισαν τις αγγλικές στρατιωτικές αρχές, που είχαν έρθει στην Ελλάδα, να τον συλλάβουν και να τον στείλουν στο στρατόπεδο Ελ Ντάμπα, όπου έμεινε έως τον Απρίλιο του ’45. Επίσης, παρόλο που δεν έχει ανάμειξη στον εμφύλιο πόλεμο συλλαμβάνεται το 1948 και, επειδή αρνείται να αποκηρύξει τις ιδέες του, στέλνεται και παραμένει διαδοχικά στα στρατόπεδα Μούδρου, Μακρονήσου και Άγιου Ευστράτιου, από τον Ιούλιο του 1948 έως τον Οκτώβριο του 1951. Στα στρατοπεδα συγκεντρωσης βιωνει την μοναξια του “πρωην” μελους του ΚΚΕ. Οι πρωην συντροφοι του δεν του συγχωρουν οτι διαφωνει ανοιχτα με το κομμα.

Γυαρος

Μετά ένα χρόνο, το Νοέμβριο του 1952, και ενώ είχε μείνει ελεύθερος δικάζεται από το Στρατοδικείο Αθηνών ως ανυπότακτος (κατά την εποχή που ήταν εξόριστος). Ο Αλεξανδρου δεν αναφερει στους στρατοδικες το προφανες: οτι δηλαδη οταν ηταν να παρουσιαστει στο στρατο ηταν ηδη εξοριστος! Αντι τουτου δηλωνει κομμουνιστης. Σημειωνω οτι ειχε ηδη απομακρυνθει απο το ΚΚΕ. Καταδικάστηκε πρωτοδίκως σε 10 χρόνια ειρκτή και έμεινε διαδοχικά στις φυλακές Αβέρωφ, Αίγινας και Γυάρου. Στη Γυαρο οι συνθηκες ειναι ακραιες, Δεν τους αφηνουν καν να βγουνε απο τα κτηρια. Ο Αλεξανδρου βιωνει την απολυτη μοναξια, αφου οι πρωην “συντροφοι” του τον εχουν αποκυρηξει.

Στην αναθεώρηση της δίκης η ποινή του περιορίστηκε στα 7 χρόνια και απολύθηκε τον Αύγουστο του 1958 με τη χάρη του ενός τρίτου.

Από τις φυλακές βγαίνει τελικά τον Αύγουστο του 1958 και τον επόμενο χρόνο παντρεύεται την Καίτη Δρόσου για να εγκατασταθούν στο σπίτι της, στην οδό Σπετσών 45. Το 1966 αρχίζει να γράφει το «Κιβώτιο», το οποίο ολοκληρώνεται το 1972 στο Παρίσι. Με τη δικτατορία φεύγουν και οι δύο για το Παρίσι, από τον φόβο μιας νέας σύλληψης.

Ο Αλεξανδρου με την Καιτη Δροσου στο Παρισι

Εκεί αναγκάστηκε να κάνει (και ο ίδιος και η Καίτη Δρόσου) πολλές χειρωνακτικές δουλειές. Ενδεικτικα αναφερω οτι εργαστηκε σαν συσκευαστής (έκανε πακέτα) για τoν μεγαλο οικο μοδας Hermes. Οταν περασαν οι εορτες και δεν χρειαζοντουσαν πια βοηθεια για τα πακετα, ο Αλεξανδρου τους επεισε να τον κρατησουν για να πλενει και καθαριζει καθε πρωι τα πεζοδρομια μπροστα απο το διασημο μαγαζι  στην Faubourg Saint Honore. Μτα εκανε διαφορες αλλες μικροδουλειες, ενω η Καιτη Δροσου δουλευε σαν καθαριστρια.

Ο Αρης Αλεξανδρου πέθανε στη γαλλική πρωτεύουσα στις 2 Ιουλίου 1978 από καρδιακή προσβολή και μόλις πρόφτασε να δει τη μετάφραση του «Κιβώτιου» στα γαλλικά από τις εκδόσεις Gallimard.

Το «Κιβώτιο» θεωρείται κλασικό δείγμα αντι-μυθιστορήματος, καθώς ανατρέπει (χωρίς να ξενίζει) τους κανόνες και κώδικες της πεζογραφίας. Έχει περίπου τη δομή ενός προσωπικού ημερολογίου. Ο μύθος του «Κιβωτίου» είναι  συνοπτικά ο εξής: Μια 40μελής ομάδα επίλεκτων κομμουνιστών αναλαμβάνει τη μεταφορά ενός κιβωτίου από μια πόλη σε άλλη πόλη. Κανείς από την ομάδα δε γνωρίζει το περιεχόμενο του κιβωτίου. Οι διαταγές είναι αυστηρές, δεν επιτρέπεται  η βραδυπορία και οι τραυματίες πρέπει να «κυανίζονται» δηλαδή να εκτελούνται.
Τελικά, το κιβώτιο παραδίδεται στα χέρια των αρμοδίων, μετά από πολλές περιπέτειες, από το μοναδικό επιζήσαντα .
Όταν οι παραλήπτες ανοίγουν το κιβώτιο, διαπιστώνουν (με έκπληξη;) ότι είναι άδειο. Ο επιζήσας θεωρείται υπεύθυνος. Συλλαμβάνεται και  φυλακίζεται.

Ο Αλεξανδρος Αργυριου σχολιαζει:

“Ο αφηγητής (ή ο συγγραφέας) δολιχοδρομώντας ανάμεσα στις αναρίθμητες απορίες (του ή μας) φτάνει συχνά στην άκρη του γκρεμού. Και επειδή εκεί επικρατεί το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, που ο αφηγητής έχει αποδείξει ότι του είναι ισχυρό, ή της αυτοκαταστροφής που δρα υπόγεια, απομένουν δυο (τουλάχιστον) λύσεις για να διαλέξει: Ή τη σιωπή ή να συνεχίσει το παιχνίδι της αλήθειας – αυτοτραυματιζόμενος· με εμφανή τα στοιχεία της απόγνωσης.

Πιστεύω ότι το αφήγημα Κιβώτιο παίζεται από την αρχή του έως το τέλος, είτε έμμεσα είτε άμεσα, με συνείδηση της αβεβαιότητας απέναντι στα πράγματα, σε ό,τι ονομάζεται πραγματικότητα, στις ανθρώπινες πράξεις και προθέσεις και στην προφανή αντίφαση της άρνησης της λογικής δια της λογικής. Και όσο αποδεχόμαστε ότι η λογική εκφράζεται δια του λόγου, το Κιβώτιοσχοινοβατεί συνεχώς επάνω στις δυνατότητες του λόγου. Ένα όργανο που “ψεύδεται άμα και αληθεύει”.”

Η φιλια του Αλεξανδρου με τον Γιαννη Ριτσο

Ο Αλεξάνδρου βρέθηκε στην παρέα του Ρίτσου, ανεξάρτητα από την Καίτη Δρόσου, χάρη στον, συμμαθητή του από το Βαρβάκειο, Ανδρέα Φραγκιά. Η φιλια του Αλεξανδρου με τον Ριτσο τον στηριξε και τον ενθαρρυνε στις πολυ δυσκολες στιγμες της ζωης του. Σε αντιθεση με αλλους πρωην συντροφους, ο Ριτσος ανεδειχθη σε ανθρωπο με διαρκη και ειλικρινη φιλικα συναισθηματα.

Η Καιτη Δροσου με τον Ριτσο

Η Καιτη Δροσου αναφερει: «Η συμπάθεια ήταν από την αρχή αμοιβαία. Κι έπειτα, βρέθηκαν κι οι δυο στου Γκοβόστη, όπου γίνονταν καταπληκτικές εκδόσεις, σκυμμένοι πάνω από τα τυπογραφικά δοκίμια. Ο Αρης μετέφραζε από τα ρωσικά, κι ο Γιάννης τα ξανακοίταζε μαζί μ’ έναν ρωσόφωνο ακόμα, μην τυχόν και τους ξεφύγει κάτι. Η δουλειά τούς έφερε κοντά…»

Πόσο διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες ήταν, όμως! «Σίγουρα. Ο Γιάννης κηρύσσει! Με την καλή έννοια, βέβαια, αλλά κηρύσσει. Ενώ ο Αρης μιλάει μόνο όταν έχει κάτι να πει. Και, όταν έχει κάτι να πει, είναι πάντα σχετικό με την τέχνη. Σαν τον Φραγκιά κι αυτός, όταν διαπίστωνε ότι ο συνομιλητής του έχει αντίθετη άποψη, δεν έμπαινε στη διαδικασία να τον μεταπείσει -“δεν βγάζει πουθενά” έλεγε. Και μεταξύ μας ακόμη, στα λίγα χρόνια που προλάβαμε να ζήσουμε μαζί, τις λέξεις δημοκρατία, ελευθερία, ισότητα, διανόηση δεν τις μεταχειριζόμασταν. Τη χαρά ή τη δυσαρέσκειά μας την εκφράζαμε μέσω λαϊκών γαλλικών τραγουδιών…»

Ο Αλεξάνδρου είχε χάσει από νωρίς την εμπιστοσύνη του στο Κόμμα. «Επιτρέπεται να θαυμάζουν έναν ηγέτη λες και είναι Θεός; με ρώτησε μετά την προβολή ενός ντοκιμαντέρ από τις γιορτές της απελεύθερωσης στη Μόσχα, με τις εικόνες του λαμπροστολισμένου Στάλιν ακόμα νωπές. Η λέξη προσωπολατρία, όμως, εμφανίστηκε πολύ αργότερα…»

Ο συγγραφέας του «Κιβωτίου», έχοντας παραδεχθεί μέσα του την ήττα του Εμφυλίου, διέσχισε τα χρόνια της εξορίας του απομονωμένος από τους συντρόφους του, κι ας είχε σπεύσει ο Ρίτσος να εγγυηθεί γι’ αυτόν ότι είναι τίμιος κι ότι δεν θα βλάψει το Κόμμα ποτέ. Ούτως ή άλλως, οι δρόμοι τους χώρισαν. Επρεπε να φτάσει το ’58, οπότε επέστρεψε κι ο Αλεξάνδρου από τη Γυάρο στην Αθήνα, για να μιλήσουν ξανά.

Γυαρος

«Το θέμα με τον Αρη και τον Γιάννη δεν ήταν να τα βρουν στα ιδεολογικά» συνεχίζει η κ. Δρόσου. «Το θέμα ήταν ποιος θα κάνει πρώτος την κίνηση να βγάλει το χαρτί απ’ την τσέπη, ποιος δηλαδή θα προκαλέσει ξανά συζήτηση πάνω σ’ ένα γραπτό, όπως θα μιλούσε στον δάσκαλό του». Απ’ τη μεριά της, το είχε ξεκαθαρίσει στον Αλεξάνδρου -«δεν ξέρω τι θα κάνεις εσύ, εγώ εξακολουθώ να συναντιέμαι με τον Ρίτσο». Κι εκείνος αμέσως της απάντησε: «Τότε γιατί δεν του λες να ‘ρθει;»

Η πρόσκληση αφορούσε το διαμέρισμα της οδού Σπετσών, εκεί όπου συνεχίζει να επιστρέφει κι η ίδια κάθε χρόνο από τη Γαλλία, το διαμέρισμα που εγκατέλειψαν οι δυο τους άρον άρον τον Απρίλιο του ’67, με μόνο εφόδιο τα ρούχα που φορούσαν.

Οι αποστάσεις που τήρησαν από τους έλληνες αυτοεξόριστους «ήταν επιλογή μας», λέει, «καθώς τότε (σ.σ.: κατά τη διάσπαση του ΚΚΕ) έπρεπε να δηλώσει κανείς πού ανήκει, αν είναι υπέρ του Κολιγιάννη ή κατά».

Με τον Ρίτσο, ωστόσο, ο οποίος γνωρίζει νέες διώξεις τώρα, πιάνουν και πάλι ν’ αλληλογραφούν. Ο ποιητής, κάθε φορά που λαμβάνει αποσπάσματα του «Κιβωτίου», δεν σταματά να εγκαρδιώνει τον Αλεξάνδρου και να τον επικροτεί. «Είναι ένα όργιο φαντασίας», θα του γράψει όταν το διαβάσει ολοκληρωμένο, «που καλύπτει την ιστορική πραγματικότητα κι αποκαλύπτει την άλλη πραγματικότητα της πιο πειστικής φαντασίας, της γεννημένης απ’ τους καθημερινούς εφιάλτες της ασυνεννοησίας, της καταπίεσης, της υποχρεωτικής συγκατάβασης…»

Μόνη από το 1978, η Καίτη Δρόσου έχει να το λέει: «Εμείς γίναμε αριστεροί μέσα από τα βιβλία. Και για τις ιδέες μας αρνηθήκαμε οικογένειες και καριέρες, δεν προβάλαμε αιτήματα προσωπικά. Και ποιος δεν ήταν μαζί μας! Από τον Στάινμπεκ ώς τον Αϊνστάιν, συνοδοιπόροι όλοι! Ακόμα προσπαθώ να καταλάβω γιατί μια ομάδα φέρθηκε έτσι και μας κατηγόρησε ότι κάναμε κακό στην εργατική τάξη…»

Με τι μάτια τώρα πια

Βιάστηκες μητέρα να πεθάνεις.

Δεν λέω, είχες αρρωστήσει από φασισμό

κι ήταν λίγο το ψωμί έλειπα κι εγώ στην εξορία

ήτανε λίγος ο ύπνος κι ατέλειωτες οι νύχτες

μα πάλι ποιος ο λόγος να απελπιστείς προτού να κλείσεις

τα εξηντατέσσερα

μπορούσες να ‘σφιγγες τα δόντια

έστω κι αυτά τα ψεύτικα τα χρυσά σου δόντια

μπορούσες ν’ αρπαζόσουνα από ‘να φύλλο πράσινο

απ’ τα γυμνά κλαδιά

απ’ τον κορμό

μα ναι το ξέρω

γλιστράν τα χέρια κι ο κορμός του χρόνου δεν έχει φλούδα

να πιαστείς

όμως εσύ να τα ‘μπηγες τα νύχια

και να τραβούσες έτσι πεντέξι-δέκα χρόνια

σαν τους μισοπνιγμένους που τους τραβάει ο χείμαρρος

κολλημένους στο δοκάρι του γκρεμισμένου τους σπιτιού.

Τι βαραίνουν δέκα χρόνια για να με ξαναδείς

να ξαναδείς ειρηνικότερες ημέρες και να πας

στο παιδικό σου σπίτι με τον φράχτη πνιγμένο ν στα λουλούδια

να ζήσεις μες στη δίκαιη γαλήνη

ακούγοντας τον πόλεμο

σαν τον απόμακρο αχό του καταρράχτη

να ‘χεις μια στέγη σίγουρη σαν άστρο

να χωράει το σπίτι μας την καρδιά των ανθρώπων

κι από τη μέσα κάμαρα-

όμως εσύ μητέρα βιάστηκες πολύ

και τώρα με τι χέρια να ‘ρθεις και να μ’ αγγίξεις μέσ’

από τη σίτα*

με τι πόδια να ζυγώσεις εδώ που ‘χω τριγύρω μου τις πέ-

τρες σιγουρεμένες σαν ντουβάρια φυλακής

με τι μάτια τώρα πια να δεις πως μέσα δω χωράει

όλη η καρδιά του αυριανού μας κόσμου

τσαλαπατημένη

κι από τον δίπλα θάλαμο ποτίζει η θλίψη

σαν υγρασία σάπιου χόρτου.

[Το ποίημα περιέχεται στη συλλογή Ευθύτης οδών (1959).]

Αντρέας Φραγκιάς

Η Μαρτυρια του Αντρεα Φραγκια για τον Αλεξανδρου:

“Για όσους τον γνώρισαν, μαζί με το έργο, παραμένει η ανθρώπινη παρουσία που είχε μια εντελώς ιδιαίτερη μοναδικότητα ως ατομικός χαρακτήρας και ως ακραία αντιπροσωπευτική περίπτωση μιας ολόκληρης γενιάς και μιας κατάστασης που έμεινε εντελώς ξεχωριστή. Η μοναδικότητα εκτός από τα άλλα συνίσταται και στην απόλυτη ταύτιση του ανθρώπου με το έργο του, γιατί όταν γίνεται λόγος για το χαρακτήρα του, γίνεται αναπόφευκτη σαν η καλύτερη δυνατή σκιαγράφηση η παραπομπή σε δικά του κείμενα. Και αντίστροφα, τα κείμενα αυτά είναι στοιχεία της βιογραφίας και της ψυχογραφίας του. Η ταύτιση υπάρχει πλήρης, χωρίς ρωγμές. Η προσωπικότητα αυτή διαμορφώθηκε πολύ νωρίς κι έφτασε σε βαθμό απολυτότητας και συνέπειας. Η αυστηρότερη συνέπεια εκδηλώνεται προς τον εαυτό του. Εσωτερική ζωή, πνευματική λειτουργία, συμπεριφορά και ύφος γραφής γίνονται ένα, τόσο συμπαγές που είναι αδύνατο να ξεχωριστεί το ένα από το άλλο. Ένας ορθολογισμός μαθηματικού τύπου που συχνά μπορούσε να φτάσει στην αυστηρή διατύπωση θεωρήματος, μια ευθύγραμμη και σχεδόν επίπεδη συμπεριφορά χωρίς οξύτητες, μια καλή, συχνά αγαθή, προαίρεση και μια έμφυτη ουσιαστική ευγένεια. Ο καθημερινός φανατισμός του ήταν ότι δε θύμωνε ποτέ. Του ήταν άγνωστος ο υψηλός τόνος, η ρητορία, το εντυπωσιακό, ή οποιαδήποτε επίδειξη. Κάτω από αυτή τη φαινομενική απάθεια, που έφτανε συχνά να φαίνεται αδιαφορία, λειτουργούσε αδιάκοπα με υψηλή ευαισθησία, ζωηρό ενδιαφέρον, πνευματική εγρήγορση, ένας παλλόμενος ψυχισμός. Ο άνθρωπος αυτός που φαινόταν μοναχικός και αποσυρμένος διψούσε για ανθρώπινη επαφή, για ειλικρινείς και χωρίς συμβατικότητες εγκάρδιες σχέσεις, αναζητούσε την πνευματική ακεραιότητα και το βαθύτερο ουσιαστικό ανθρωπισμό.”


1001 Ways to Die – (2) Jacqueline Du Pre, Cellist

Δευτέρα, 31 Ιανουαρίου, 2011

Today I continue with the second part of the series, dedicated to the British cellist Jacqueline du Pre.

She was born in 1945 and considered one of the best cellists ever.

Her life was cust short by multiple sclerosis.

Jacqueline du Pre's Grave in the Golder's Green Jewish Cemetery, London

Jacqueline du Prι learned to play the cello from her mother Iris Greep, a piano teacher at the Royal Academy. Jacqueline was performing in BBC concerts when she was only twelve years old. Her recording with the London Symphony Orchestra of the Elgar Concerto in 1961 made her internationally famous. She played a Stradivarius from 1712 called “The Davidoff” that was given to her by an admirer. On 14 May 1965 she debuted in the United States by playing the Elgar Concerto at the Carnegie Hall in New York.

‘She was immediately acclaimed for her instinctive feeling for style and breadth of understanding as well as technical proficiency,” Noel Goodwin wrote in the New Grove Dictionary of Music and Musicians. When Mr. Rostropovich first heard her play, he remarked that he had found somebody to carry on his work.

Arthur Rubinstein, Itzak Perlman, Daniel Barenboim and Jacqueline du Pre.

During Christmas 1966 she met Daniel Barenboim and she converted to judaism and married him the next year. They worked together very succesfully, Barenboim accompanying her on piano or conducting the orchestra. Often compared with Robert and Clara Schumann, they were admired for their energy, musicality and youthful glamour.

Daniel Barenboim and Jacqueline du Pre.

Mr. Barenboim was once asked what it was like to accompany his wife. ”Difficult,” he replied. ”It doesn’t dawn on her sometimes that we mortals have difficulties in following her.” In the next few years, they performed throughout the world, both separately and as a duo.

The first signs of Miss du Pre’s illness appeared when she was 26 years old and at the height of her fame. ”My hands no longer worked,” she recalled in 1978. ”I simply couldn’t feel the strings.” She withdrew from concertizing for one year, then returned, to mixed reviews. The diagnosis of multiple sclerosis followed shortly, and Miss du Pre retired.

Throughout her illness, Miss du Pre remained sanguine about the future. ”Nobody knows if I’ll ever regain mobility,” she said in 1978. ”It could be that next week I’ll find myself walking down the road. I believe in realistic optimism but not wishful thinking.”

Jacqueline’s brother Piers and sisters Hilary wrote a book “A genious in the Family” which chronicles the life and career of their sister. The film “Hilary and Jackie” was based on the book. Both are considered controversial. Hilary claims that she consented to her husband Christopher Finzi having an affair with JAcqueline in the late stage of her illness in order to combfort her anxiety.

Daniel Barenboim and artists who knew them both bitterly and publicly confronted this version of events.  Hilary’s daughter with Christopher  also contradicts her mother saying her father was a violent sadist who had multiple affairs and abused Jacqueline while she was in a vulnerable, emotional state.

Jacqueline du Pre died in 1987.

1001 Ways to Die – (1) Fritz Wunderlich, Tenor

Σάββατο, 22 Ιανουαρίου, 2011

Today I embark on a sequence of posts, under the title “1001 ways to die”. The inspiration for this came to me back in 1980 when I was a graduate student in the USA. The vastness of the country, the incredible gap between the avarage person and the ultra high net worth individuals, among other things, led me one night to declare among my fellow students that at some stage of my life I will compile this as a study of human affairs during a life long journey.

On January 2011, 31 years laters, I am embarking on it, starting with Fritz Wunderlich, a German Tenor who died accidentally in 1966 before arriving at t the peak of his career.

He fell from a stairway onto the stone floor below in a friend’s country house in Oberderdingen near Maulbronn. He died in the University Clinic of Heidelberg just days before his 36th birthday. In the documentary that I have appended at the end of the post, his wife mentioned that Wunderlich was on the phone prior to descending the stairs, and while talking on the phone, he untied his boots. As he started the descend, he got tangled up, and fell on the stone ground.

Herman Prey, a contemporary German baritone, who had become a friend with Wunderlich and sang together since 1959, wrote in his diary after the tenor’s death in 1966:

“My friend Fritz is dead. This simple sentence becomes more incomprehensible to me with every day. Our friendly and artistic collaboration developed into something very rare in the last few years. We shared many amusing adventures and spent many contemplative hours together. He could discuss life’s problems and musical issues for nights on end. The most beautiful hours of my career were those spent together with him on the stage or in front of a microphone. We never discussed phrasing in advance or how we would colour certain passages – the sympathy was simply there. We used to play piano duets for hours, or roamed the forests making plans for the future.

When we first mounted the stage together during the “Schweigsame Frau” rehearsals at Salzburg in 1959, we knew that our paths would converge then on. In those brief years we learned how to complement one another. He knew a tremendous amount about singing. I learned a lot from him. With his immense natural musical talent, this son of the gods was still at the beginning of a meteoric career. What might he not have achieved, given the time? At Schubert’s graveside Grillparzer said: “Here Death buried a rich treasure, and even richer promise.” How this statement applies to Fritz too! When we were last together he told me: “The best years are yet to come; a singer only gains command over tears at forty.” He did not know that he already had it.

Wunderlich sings Schubert, Strauss and Wolf (1965)

Our dreams were truly boundless. We wanted to become the heavenly twins of song. Fate decided otherwise, decreeing that I be left alone, a deserted twin. We virtually improvised this record, our last one, together with Fritz Neumeyer and his musicians. Listening to it today, there are points at which I cannot really tell who is singing what. Our voices melted together to form one. The world is mourning for a gifted singer of his generation. I mourn for a friend and brother in song the likes of whom I will never find again.”

FRITZ WUNDERLICH – ARTE DOCUMENTARY

In addition to listening to his divine voice, in what ever he has recorded, I strongly recommend to those of you who can understand German, to view the wonderful documentary of “arte”. It comes in 7 pieces. Every minute is worth it!

Part 1

Part 2

Part 3

Part 4

Part 5

Part 6

Part 7

Abyss – The Loss of the Face

Σάββατο, 15 Ιανουαρίου, 2011

Edward Munch - The Kiss of Death

“If you stare long enough into the abyss, the abyss will stare back at you”

Friedrich Nietzsche

Frank Auerbach - R.B. Kitaj

…the face is being absorbed into abstract space

Frank Auerbach - Helen Gillespie

…the abyss is swallowing the face

Max Beckmann - Stepping back from the Abyss

…a temporary regression, escape from the absolute emptiness

Francis Bacon - Head IV

…ascending screaming into black hell

Leon Kossof - Portrait of Phillip

….turning into mud

Klee - Embrace

… the embrace is another way out

Edward Munch - Death and Love

… but it could be the wrong one

The itinerant John the Baptist has baptized Christ. In the Gospels, John announces the coming of Jesus and is therefore considered the “forerunner”. He died a cruel death by beheading. One of the variants of the story is that his death was the result of the wish of Herod’s stepdaughter, Salome.

There have been many renderings of the beheading of St John the Baptist by Salome.

In my view the best is the interpretation by the sublime brush of Caravaggio.

Salome looks away, although she is carrying the tray with the motionless head. The sword-man contemplates the fate of humans, while the servant observes in silence. This is a silent motionless picture full of tension.

There have also been a few “staged” photos. Frantisek Dritkol’s black and white photo shows an ecstatic Salome, delirious with joy, holding the head to her chest.

Finally, in prints Aubrey Beardsley’s depiction is minimal, but in my view highly effective.

Umayyad Mosque in Damascus Syria, built on the Christian Basilica dedicated to St John the Baptist, is one of the places claiming to have St John’s head.

Umayyad Mosque: St John's Shrine

The mosque holds a shrine which still today may contain the head of John the Baptist(Yahya), honored as a prophet by both Christians and Muslims alike. (Source wikipedia).

There is no better end to such a quick tour of the macabre end to the story, than Salome’s dance as interpreted by Karita Mattila. to the music of Richard Strauss’s opera “Salome”.

The opera is based on a the Oscar Wilde’s play “Salome”.

“In Salome, Oscar Wilde expresses a dangerous relationship between sight and sexual desire that leads to death.  The play depicts a night in a royal court on which Herod, the Tetrarch of Judea, and his wife, Herodias, hold a dinner party for some Jewish officials.  Herodias’s daughter Salome leaves the party and occupies the terrace, where she attracts the gaze of other male characters, while she herself becomes attracted to the prophet, Iokanaan.  Her carnal desire for Iokanaan leads to his beheading, an act that brings her sexual gratification and leads her to kiss the lips of his severed head.  Similarly, Herod comes to desire his step-daughter Salome, and, after persuading her to dance a highly sexualized dance, he is disgusted when she kisses Iokanaan’s lips and orders his soldiers to kill her.”

More on the play in the excellent article by Leland Tabares, which is the source of the above summary.

Birgit Nilsson as Salome

“A scherzo with a fatal conclusion” was Richard Strauss’ own tongue-in-cheek description of Salome. Upon hearing the freshly composed score played at the keyboard, his father—a famous musician himself—declared that it conjured the feeling of countless bugs crawling inside his pants. (From Washington National Opera’s feature article on Salome).

The Sea – Η Θαλασσα

Δευτέρα, 3 Ιανουαρίου, 2011

C.D. Friedrich - Monk by the Sea

And then went down to the ship,
Set keel to breakers, forth on the godly sea, and
We set up mast and sail on that swart ship,
Bore sheep aboard her, and our bodies also
Heavy with weeping, and winds from sternward
Bore us onward with bellying canvas,
Crice’s this craft, the trim-coifed goddess.
Then sat we amidships, wind jamming the tiller,
Thus with stretched sail, we went over sea till day’s end.
Sun to his slumber, shadows o’er all the ocean,
Came we then to the bounds of deepest water…
Ezra Pound, Canto I

C.D. Friedrich – Moon descending on the sea

«Ήδη ὁ ήλιος, επιφανεὶς ακόμη μίαν φοράν, έκλινε προς την δύσιν. Ήτο τρίτη και ημίσεια ώρα. Και ὁ ήλιος εχαμήλωνε, εχαμήλωνε. Και ἡ βαρκούλα του μπαρμπα-Στεφανή, με το ανθρώπινον φορτίον της, εχόρευεν, εχόρευεν επάνω εις το κύμα, πότε ανερχομένη εις υγρὰ όρη, πότε κατερχομένη εις ρευστάς κοιλάδας, νυν μεν εις την ακμὴν να καταποντισθή εις την άβυσσον, νυν δε ετοίμη να κατασυντριβή κατά της κρημνώδους ακτής. Και ὁ ιερεὺς έλεγε μέσα του την παράκλησιν όλην, από το «Πολλοίς συνεχόμενος» έως το «Πάντων προστατεύεις». Κι ὁ μπαρμπα-Στεφανής εστενοχωρείτο, μὴ δυνάμενος επὶ παρουσία του παπά να εκχύση ελευθέρως τας αφελείς βλασφημίας του, τας οποίας εμάσα κι έπνιγε μέσα του, ὑποτονθορύζων: «Σκύλιασε ὁ διαολόκαιρος, λύσσαξε! Θα σκάσης, αντίχριστε, Τούρκο! Το Μουχαμετη σου, μέσα!» Κι ἡ θειὰ το Μαλαμώ, ποιούσα το σημείον του Σταυρού, έλεγε το «Θεοτόκε Παρθένε», κι επανελάμβανεν: «Έλα, κ᾿στὲ μ᾿! Βοήθα, Παναΐα μ᾿!» Και τα κύματα έπληττον την πρώραν, έπληττον τα πλευρὰ του σκάφους, και εισορμώντα εις το κύτος εκτύπων τα νώτα, εκτύπων τους βραχίονας των ἐπιβατών. Και ὁ ήλιος εχαμήλωνεν, εχαμήλωνε. Και ἡ βαρκούλα εκινδύνευε ν᾿ αφανισθή. Και η απορρώξ βραχώδης ακτὴ εφαίνετο διαφιλονικούσα την λείαν προς τον βυθὸν της θαλάσσης».

Αλεξανδρος Παπαδιαμαντης, Στο Χριστο στο Καστρο

Emil Nolde – North Sea

“Through thunder and storm, from distant seas
I draw near, my lass!
Through towering waves, from the south
I am here, my lass!
My girl, were there no south wind
I could never come to you:
ah, dear south wind, blow once more!
My lass longs for me.”

Richard Wagner, The Flying Dutchman

Emil Nolde – The Sea

“Driven on by storms and violent winds,
I have wandered over the oceans –
for how long I can scarcely say:
I no longer count the years.
It’s impossible, I think, to name
all the countries where I’ve been;
the only one for which I yearn
I never find, my homeland!”

Richard Wagner, The Flying Dutchman

Max Beckmann – North Sea

Night sea journey
An archetypal motif in mythology, psychologically associated with depression and the loss of energy characteristic of neurosis.The night sea journey is a kind of descensus ad inferos–a descent into Hades and a journey to the land of ghosts somewhere beyond this world, beyond consciousness, hence an immersion in the unconscious.["The Psychology of the Transference," CW 16, par. 455.]Mythologically, the night sea journey motif usually involves being swallowed by a dragon or sea monster. It is also represented by imprisonment or crucifixion, dismemberment or abduction, experiences traditionally weathered by sun-gods and heroes: Gilgamesh, Osiris, Christ, Dante, Odysseus, Aeneas. In the language of the mystics it is the dark night of the soul.Jung interpreted such legends symbolically, as illustrations of the regressive movement of energy in an outbreak of neurosis and its potential progression.

The hero is the symbolical exponent of the movement of libido. Entry into the dragon is the regressive direction, and the journey to the East (the “night sea journey”) with its attendant events symbolizes the effort to adapt to the conditions of the psychic inner world. The complete swallowing up and disappearance of the hero in the belly of the dragon represents the complete withdrawal of interest from the outer world. The overcoming of the monster from within is the achievement of adaptation to the conditions of the inner world, and the emergence (“slipping out”) of the hero from the monster’s belly with the help of a bird, which happens at the moment of sunrise, symbolizes the recommencement of progression.["On Psychic Energy," CW 8, par. 68.]

All the night sea journey myths derive from the perceived behavior of the sun, which, in Jung’s lyrical image, “sails over the sea like an immortal god who every evening is immersed in the maternal waters and is born anew in the morning.["Symbols of the Mother and of Rebirth,"CW 5, par. 306.] The sun going down, analogous to the loss of energy in a depression, is the necessary prelude to rebirth. Cleansed in the healing waters (the unconscious), the sun (ego-consciousness) lives again.

(Source: Lexicon of Jungian Terms)

Panayiotis Tetsis - Sunset

Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή —
φωνή που μπαίνει
μες στην καρδιά μας και την συγκινεί
και την ευφραίνει.

The secret voice of the Sea

enters our heart

it moves and rejoices it.

C.D. Friedrich - Wreck in the Sea of Ice

Τραγούδι είναι, ή παράπονο πνιγμένων; —

το τραγικό παράπονο των πεθαμένων,
που σάβανό των έχουν τον ψυχρόν αφρό,
και κλαίν για ταις γυναίκες των, για τα παιδιά των,
και τους γονείς των, για την έρημη φωλιά των,
ενώ τους παραδέρνει πέλαγο πικρό,

Is it a song, or the complaint of the ones that sunk? -

the tragic complaint of the dead,

whose shroud is the cold foam,

and cry for their wifes and their children,

and their parents, and their empty nest,

while the bitter waves batter them,

C.D. Friedrich - Sea of Ice

σε βράχους και σε πέτραις κοφτεραίς τους σπρώχνει,
τους μπλέκει μες στα φύκια, τους τραβά, τους διώχνει,
κ’ εκείνοι τρέχουνε σαν νάσαν ζωντανοί
με ολάνοιχτα τα μάτια τρομαγμένα,
και με τα χέρια των άγρια, τεντωμένα,
από την αγωνία των την υστερνή.

and pushes them on to sharp rocks and stones,

tangles them in weeds, pulls them, pushes them,

and they run as if they were alive

with eyes scared wide open,

and their hands tense, spread,

full of the tension of death.

Κ. Καβαφης, Αποσπασμα απο τα Αποκηρυγμενα, Ικαρος, 1983

C. Cavafy, Excerpt from the Denounced Poems, Icaros, 1983

(The interpretation in English is mine)

Nikolaos Lytras – Boat with Sail

«Όχι! Όχι! Δεν βρίσκεται η χαρά στην άλλη όχθη μόνον! Είναι εδώ, μεσ’ στις ψυχές μας, μέσα σε τούτες τις καρδιές, είναι παντού για όσους μπορούν να σπάσουν τα δεσμά των, αφού και μέσα μας ο ήλιος ανατέλλει και δείχνει την πορεία μας παντού όπου πηγαίνει, φως εκ φωτός αυτός, πυρσός λαμπρός του υπερτάτου φαροδείκτου, που όλοι τον παραλείπουν οι άλλοι, του φαροδείκτου, σύντροφοι, που είναι ο ουρανός!»

“No! No! Happiness does not exist only on the distant shore! It is here, inside our souls, inside these hearts, it is everywhere for those who can break their chains, as is the sun that rises inside and guides us wherever we go, light out of light, a shining torch of the supreme beacon, which we tend to forget, the sky! ”

Έτσι ελάλησα και κάθε αμφιταλάντευσις απέπτη απ’ τις ψυχές μας. Η αγαλλίασίς μου στους άλλους μετεδόθη, και, όλοι, κοιτάζοντας τον ήλιο, πετάξαμε τα σύνεργα της πλοιαρχίας – χάρτες, διαβήτες, εξάντας και φακούς – και αρπάζοντας τους σκούφους μας, εμείς, οι ναυτικοί εκ ναυτικών, τρέξαμε στο καράβι μας (το λέγαν “Άγιος Σώζων”) και όλοι, φλεγόμενοι από την νέα μας πίστη, χωρίς πλέον να ψάχνουμε το “πού” και “πώς”, τα παλαμάρια λύσαμε και υψώνοντας τα πανιά μας, αδίσταχτα σαλπάραμε με μια κραυγή:

«Κύριε των δυνάμεων μεθ’ ημών γενού».

Thus I spoke and every doubt flew away from our souls. My uplifting was transferred to the others, and all, watching the Sun, threw out all the instruments of navigation – maps, compasses, sextants and lenses – and snatching our caps, we, the mariners, the mariners of mariners, run to our ship (it was named “Saint Saviour”) and all, burning in our newly found faith, without any more searching for the “where” and “how”, we released the mooring lines and raising our sails, sailed without hesitation with one cry:

“Lord of the powers be with us”.

Ανδρεας Εμπειρικος, Οκτανα

Andreas Empeiricos, Octana

(The interpretation in English is mine)

‘God, he said quietly. Isn’t the sea what Algy calls it: a great sweet mother? The snotgreen sea. The scrotumtightening sea. (Πλεων δ'<ε>) Epi oinopa ponton (We’re sailing upon the wine-dark sea). Ah, Dedalus, the Greeks. I must teach you. You must read them in the original. Thalatta! Thalatta! She is our great sweet mother. Come and look.’

James Joyce,  Ulysses

Note: Homer’s “πλεων δ’επι οινοπα ποντον επ’ αλλοθροους ανθρωπους” is in-scripted on The Iron Footbridge in Frankfurt. It is therefore fitting to conclude with a poem of Frankfurt’s famous son,

Johann Wolfgang von Goethe.

CALM AT SEA.

SILENCE deep rules o’er the waters,

Calmly slumb’ring lies the main,
While the sailor views with trouble

Nought but one vast level plain.

Not a zephyr is in motion!

Silence fearful as the grave!
In the mighty waste of ocean

Sunk to rest is ev’ry wave.

Goethe 1795

Happy Travelling!

Happy New Year!

Cy Twombly: The Rose

Σάββατο, 27 Νοεμβρίου, 2010

Cy Twombly is today one of my favorite living painters. He is an American, living in Europe and USA, and I must confess that I was not very impressed by his work, until I visited a year ago the Bandohrst Museum in Munich, Bavaria, where a lot of his paintings are exhibited, along with a few of his sculptures.

In the Brandhorst there is a room with huge canvases depicting roses. It is these pictures that started the process of my reconsideration of Twombly’s work.

Cy Twombly

The paintings in the Brandhorst are untitled, with the word “Roses” in parenthesis following the untitled.

The artist has produced another series of Roses paintings, this time with the relevant title. They were exhibited in the Gagosian Gallery in London in early 2009, with the title “The Rose”.

Untitled (Roses) - Brandhorst Museum, Munich

This is a set of five large panels, with the painter having scribbled over the paint fragments from Rainer Maria Rilke’s poems in the “Les Roses” cycle.

Titian and Twombly: the most youthful of old masters (Jonathan Jones, The Guardian, February 2009)

VI
One rose alone is all roses
and this one: irreplaceable,
perfect, the supple term
surrounded by the text of things.
How, without her and her
intermittent and continual springing forth,
could we ever express
what were our hopes.

The Rose - Gagosian Gallery

VII

Pressing you, fresh bright rose,

against my eyelid closed—

one might say a thousand

superimposed

against my warm one.

A thousand nights’ sleep

against my one pretended sleep

in which I roam

through the scented labyrinth.

The Rose (Detail)

Rose (Rilke’s epitaph)

Rose, oh pure contradiction, delight
of being no one’s sleep under so
many lids

Untitled (Roses) – Brandhorst Museum

IX

Rose, so ardent and so bright

that one should call her

Saint Rose’s Reliquary…,

rose that emits this troubling scent of naked saint.

Rose nevermore tempted, disconcerting

for its internal peace; ultimate lover

so far removed from Eve, from her first awareness—

rose that infinitely possesses the loss.

I was not the only one who was and still is (even more) enthusiastic about Twombly’s work after having seen the rose, titled or untitled.

The quote from the Guardian is indicative.

Twombly is up there, with the old masters!

His hands work the paint, press it against the canvas, the sensation of the whole work is as important as the felling you get from the most minute details.

We are talking about a color master who takes us back to the Venetian School.

Abstract Expressionism comes of age and in a cyclical never ending, almost spiral pattern, joins up with Titian!

The feeling of liberation is immense.

The huge canvases absorb the vicissitudes of the world, filter out the bad stuff and exhume only the aroma of the essence of life.

La vie en rose.

Merci Mr. Twombly.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 77 other followers