Χριστουγεννα 2009

Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου, 2009

Ρόδο, ω καθαρή αντινομία, απόλαυση/

του κανενός ο ύπνος να ΄σαι κάτω από τόσα/ βλέφαρα

Ραινερ Μαρια Ριλκε


Πέταλα πέφτουν στην πηγή

πορτοκαλιά φύλλα από ρόδα,

Και η ώχρα τους κολλάει πάνω στην πέτρα.

Εζρα Παουντ


Ενα Τίποτα

ήμαστε, είμαστε, για πάντα

θα μείνουμε, που ανθίζει:

του Τίποτα, του

Κανενός το ρόδο

Paul Celan: Niemandsrose (του Κανενος το Ροδο)


Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις…».

Γιωργος Σεφερης


της αγαπης αιματα με πορφυρωσαν

και χαρες ανειδωτες με σκιασανε

οξειδωθηκα μες στη νοτια των ανθρωπων

μακρινη Μητερα Ροδο μου Αμαραντο

Οδυσσεας Ελυτης: “Αξιον Εστι”


Εκείνη τι να κάνει τώρα,

αυτή τη στιγμή, τώρα, τώρα;

Είναι στο σπίτι, στο δρόμο,

δουλεύει, ξάπλωσε , είναι στο πόδι;

Μπορεί να σήκωσε το χέρι,

-αχ, ρόδο μου,

πώς γυμνώνει αυτή η κίνηση τον λευκό, γερό καρπό του χεριού της!-

Ναζιμ Χικμετ


Δε σ’ αγαπώ σαν να ‘σουν ρόδο αλατιού, τοπάζι,

σαίτα από γαρούφαλα που τη φωτιά πληθαίνουν:

σ’ αγαπώ ως αγαπιούνται κάποια πράγματα σκούρα,

μυστικά, μέσ’ από την ψυχή και τον ίσκιο.

Παμπλο Νερουδα

Giuseppe Ungaretti – Poet

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου, 2009

Giuseppe Ungaretti is one of the giants of modern Italian poetry. He is the second modern Italian poet I present in this blog, the first having been Salvatore Cuasimodo. Ungaretti is brief, his language condensed to the absolute minimum. I was introduced to him by a very good friend who has since then “distanced” herself, but the memory and the intensity remains to date. This post is dedicated to her, with the full appreciation of the fact that she has been “lost” to me, but remains in the sweet cabinets of my memory.

Lets read Ungaretti’s “morning”.

Mattino

M’illumino
d’immenso

Morning

I flood myself with the light

of the immense

Can  language be more condensed than that?

Ungaretti was born in 1888 in Alexandria, Egypt. His parents were Italians from the Tuscan city of Lucca. His father, a worker in the Suez canal, died when Giuseppe was 2. His mother ran a bakery in the city limits, bordering with the desert.

Variations on Nothing

That negligible bit of sand which slides
Without a sound and settles in the hourglass,
And the fleeting impressions on the fleshy-pink,
The perishable fleshy-pink, of a cloud…

Then a hand that turns over the hourglass,
The going back for flowing back, of sand,
The quiet silvering of a cloud
In the first few lead-gray seconds of dawn…

The hand in shadow turned the hourglass,
And the negligible bit of sand which slides
And is silent, is the only thing now heard,
And, being heard, doesn’t vanish in the dark.

Ungaretti went to Paris when he was 24 and started working as a journalist.

He served in the Italian army in the first world war and that’s when he discovered his poetic talent.  With Montale and Cuasimodo, he is considered the founder of the School of Ermetismo, or Hermeticism.

From left to right: Montale, Cuasimodo, Ungaretti

Like many other great men, Ungaretti was friendly to fascism and Musssolini. Heidegger comes in mind, Ezra Pound… I will never come to terms with this. One comforting explanation may be relevant to their distance from the “real” life of society. Men of the Mind, who are Men of a different world!

Hymn to Death

Love, my young emblem,

Returned to brighten the earth,

Diffused between the rocky day,

It is the last time that I gaze

(By the foot of the ditch, glorious

With gushing water, dark

With caves) at the path of light

Which like the moaning turtle dove

Moves heedless across the grass.

Love, shining health,

The coming years weigh heavy upon me.

Casting aside the faithful walking stick,

I will slip into the dark water

Without regret.

Death, arid river

Forgetful sister, death,

You will be like a dream

As you kiss me.

I will have your footstep,

I will walk without leaving a footprint.

You will give me the motionless heart

Of a God, I will be innocent,

I will no longer have thoughts nor kindness.

With my mind walled up,

With my eyes fallen into oblivion,

I will act as a guide for happiness.

1925

And now the man himself, reciting his poem.

In this dialog with Death, I find myself in dialogue with my “friend”.

A lost love is in the memory the personification of death.

“You will give me the motionless heart”

I still hold the motionless heart in my hands.

And Christmas does not help, as it widens the gasping wounds.

The feeling of all the opportunities lost is a feeling that can destroy. It is the feeling of emptiness. The feeling of the ultimate GAP that invites you to jump.

May be happiness is a Utopian endeavor.

“With my mind walled up,

With my eyes fallen into oblivion,…”

Nobody could have said it better. I am immersed in oblivion.

And what comes next?

“The hand in shadow turned the hourglass,….”

The sense of the ticking clock.

The sense of the invisible hand.

The sense of the warmth of the body that became a memory burried in the sand of the clock.

“The perishable fleshy-pink, of a cloud…”

Her flesh is a cloud.

Unforgettable cloud. That I see every morning.

The art of being through emptiness.

“I will slip into the dark water

Without regret….”

There is no regret, only emptiness.

Which is worse.

Silence is the only thing heard.

And the hand turns the hourglass yet again…

Μιλτος Σαχτουρης, Ποιητης

Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου, 2009

Franz Marc - The Dream

Franz Marc - The Dream

ΑΛΟΓΑ ΠΕΡΗΦΑΝΑ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ

Άλογα περήφανα
οι επιθυμίες μου
γονάτισαν κάθισαν χάμω
η πόλη όλη βάφτηκε στο σκοτάδι
μόνο τρεις άνθρωποι περπάτησαν
ο ένας πήγε να βρει το Θεό
ο άλλος πήγε να βρει το Διάβολο
και ο τρίτος πήγε να βρει το Κενό.

(από τη συλλογή Έκτοτε)

612478_b

“Το κεφάλι του ποιητή”

Έκοψα το κεφάλι μου
τόβαλα σ’ ένα πιάτο
και το πήγα στο γιατρό μου.

-Δεν έχει τίποτε, μου είπε,
είναι απλώς πυρακτωμένο
ρίξε το μέσα στο ποτάμι και θα ιδούμε

τό’ριξα στο ποτάμι μαζί με τους βατράχους
τότε είναι που χάλασε τον κόσμο
άρχισε κάτι παράξενα τραγούδια
να τρίζει φοβερά και να ουρλιάζει

το πήρα και το φόρεσα πάλι στο λαιμό μου

γύριζα έξαλλος στους δρόμους

με πράσινο εξαγωνομετρικό κεφάλι ποιητή.

(από τη συλλογή Το Σκεύος)

Γιαννης Τσαρουχης - Ναυτης

Γιαννης Τσαρουχης - Ναυτης

Ο Βυθός

Ένας ναύτης ψηλά

στα κάτασπρα ντυμένος

τρέχει μες στο φεγγάρι

Κι η κοπέλα απ’ τη γης

με τα κόκκινα μάτια

λέει ένα τραγούδι

που δε φτάνει ως το ναύτη

Φτάνει ως το λιμάνι

φτάνει ως το καράβι

φτάνει ως τα κατάρτια

Μα δε φτάνει ψηλά στο φεγγάρι

Amedeo Modigliani: Reclining Nude

Amedeo Modigliani: Reclining Nude

Η Νοσταλγία Γυρίζει

Η γυναίκα γδύθηκε και ξάπλωσε στο κρεβάτι

ένα φιλί ανοιγόκλεινε πάνω στο πάτωμα

οι άγριες μορφές με τα μαχαίρια αρχίσαν

να ξεπροβάλλουν στο ταβάνι

στον τοίχο κρεμασμένο ένα πουλί πνίγηκε

κι έσβησε

ένα κερί έγειρε κι έπεσε απ’ το καντηλέρι

έξω ακούγονταν κλάματα και ποδοβολητά

‘Ανοιξαν τα παράθυρα μπήκε ένα χέρι

έπειτα μπήκε το φεγγάρι

αγκάλιασε τη γυναίκα και κοιμήθηκαν μαζί

Όλο το βράδυ ακουγόταν μιά φωνή:

Οι μέρες περνούν

το χιόνι μένει

ΥΓ. Αφιερωμενο εξαιρετικα στις δυο ποιητριες του ατελιε, την Γιαννα, και την Ορφια.


My new car

Τετάρτη, 29 Ιουλίου, 2009

Just to relax and have a quick spin.

The 458 Italia is the new glorious creation of Ferrari!

24437_normalAny way you look at it, makes you say: Bravi!!!! to the people who have designed and produced it.

24438_normalI leave you now, I go for this quick … I was telling you about!

Ciao!

P.S. the photos are credited to Giorgio Benvenuti, and their use in this blog is personal and not commercial. Grazzie Giorgio for the beautiful photos!

Beseech you Gongyla – Κελομαι σε Γογγυλα

Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου, 2009

Paul Binnie, Sleeping Woman (Nemuru onna)

Paul Binnie, Sleeping Woman (Nemuru onna)

 Σαπφω: Κελομαι σε Γογγυλα

Κέλομαί σε Γογγύλα
Πέφανθι λάβοϊσά μα
Γλακτίν αν σε δηύτε πόθος
αμφιπόταταϊ.
ταν καλάν α γαρ κατάγωγις αυτά
απτόαισ’ ιδοϊσαν, εγώ δε χαίρω,
και γαρ αύτα δη τόδε μέμφεταί σοι
Κυπρογένηα.

Αποδοση Οδυσσεα Ελυτη

Σε φωνάζω Γογγύλα
Φανερώσου πάλι κοντά μου
Το χιτώνα τον άσπρο σαν το γάλα όταν φοράς,
νά ‘ξερες τους πόθους που σε τριγυρίζουν
όμορφη, και πώς χαίρομαι που δεν είμαι εγώ,
μα η ίδια η Αφροδίτη που σε μαλώνει.

Sappho and Alkaios, Kalathos from Akragas, Sicily, 470BC

Sappho and Alkaios, Kalathos from Akragas, Sicily, 470BC

Μελοποιηση Μανου Χατζηδακι

.. Σε φωνάζω Γογγύλα Φανερώσου πάλι κοντά μου.

Το χιτώνα τον άσπρο σαν το γάλα όταν φοράς, νά ‘ξερες τους πόθους που σε τριγυρίζουν !

όμορφη, και πώς χαίρομαι που δεν είμαι εγώ, μα η ίδια η Κυπρογένητη (Αφροδίτη) που σε μαλώνει.

Η αποδοση της Φλερυς Νταντωνακη

 Η μοναδικη φωνη της Φλερυς Νταντωνακη αποδιδει τη μελοποιηση του Μανου Χατζηδακι στο κλιπ που ακολουθει.

Σημειωση: Ο  Paul Binnie γεννηθηκε στη Σκωτια και εζησε πολλα χρονια στην Ιαπωνια. Σημερα ζει και δουλευει στην Αγγλια.

Σημειωσεις.

1. κελομαι: καλω, φωναζω

Richard Wagner – Mathilde Wesendonck

Κυριακή, 30 Νοεμβρίου, 2008

Συνεχιζω σημερα στο μονοπατι  των ερωτων και των μουσων.  Μετα τον Ευγενιο Ονεγκιν και την Τατιανα,  τον Λεος Γιανατσεκ και την Καμιλα Στοσλοβα,  ηρθε η σειρα του Ριχαρδου Βαγκνερ και της  Ματθιλδης Βεζεντονκ.

Ριχαρντ Βαγκνερ - Πορτραιτο απο τον Ρενουαρ

Ριχαρντ Βαγκνερ - Πορτραιτο απο τον Ρενουαρ

Ο Ριχαρδος Βαγκνερ απο το 1849 ηταν προσφυγας, εχοντας εγκαταλειψει τη Λειψια, και καταδιωκομενος για τις πολιτικες του αντιληψεις.

Το 1851 βρηκε καταλυμα στη Ζυριχη, στο σπιτι του εμπορου Οτο Βεζεντονκ, που τον γνωρισε σε μια συναυλια με εργα του. Μαζι με τον Βεζεντονκ, γνωρισε και τη γυναικα του Ματθιλδη.

Οι Βεζεντονκ ηταν πατρονες των τεχνων και της μουσικης. Στο σπιτι τους στη Ζυριχη δεχοντουσαν τον Φρανς Λιστ, οπως κα τους Χανς και Κοζιμα φον Μπυλοου.

Οτο και Ματθιλδη Βεζεντονκ

Οτο και Ματθιλδη Βεζεντονκ

Ο ευκαταστατος εμπορος μεταξης διεθεσε στον Βαγκνερ και τη γυναικα του Μινα ενα ξυλινο σπιτι στον κηπο της βιλλας του, που ο Βαγκνερ ονομασε το “Ασυλο στον Πρασινο Λοφο”. Εκει αναπτυχθηκε το παραφορο παθος του Συνθετη προς την Ματθιλδη.

Την παραμονη Πρωτοχρονιας του 1857 ο Συνθετης παραδιδει το λιμπρεττο του “Τριστανος και Ιζολδη” στην αγαπημενη του, με αφιερωση: “Πληρης χαρας, χωρις ιχνος απο πονο, αγνος και ελευθερος, για παντα μαζι σου”.

Οπως συνηθιζεται, η γυναικα του Βαγκνερ παρελαβε κατα λαθος ενα ερωτικο σημειωμα προς την Ματθιλδη και ανοιξαν οι πυλες της Κολασεως. Λιγο αργοτερα, τον Αυγουστο 1858 ο Βαγκνερ αναχωρει εσπευσμενα απο τον Πρασινο Λοφο, με κατευθυνση τη Βενετια. Χωριζει την Μινα, και χανεται απο τον κοσμο της Ματθιλδης. Σε επιστολη του στην Ελιζα Βιλλε το 1863 ο Βαγκνερ ομολογει οτι η Ματθιλδη ηταν ο πρωτος και μοναδικος του ερωτας.

Οι Βεζεντονκ το 1871 πουλανε την βιλλα και επιστρφουν στη Γερμανια.

Η Βιλλα στονΠρασινο Λοφο

Η Βιλλα στον Πρασινο Λοφο

 Απο το 1952 η Βιλλα ειναι το Μουσειο Ριτμπεργκ στην πολη της Ζυριχης. Το “Ασυλο” του Βαγκνερ ειναι σημερα η Βιλλα Σονμπεργκ.

Το ερωτικο παθος του Βαγκνερ τον οδηγησε στο να μελοποιησει πεντε ποιηματα της Ματθιλδης, τα “Τραγουδια Βεζεντονκ”.

Mathilde Wesendonck (1850) by Karl Ferdinand Sohn, in the StadtMuseum Bonn

Mathilde Wesendonck (1850) by Karl Ferdinand Sohn, in the StadtMuseum Bonn

Η Ματθιλδη εκτος απο ποιηματα, εγραψε βιβλια και εκανε μεταφρασεις.

Παραθετω στη συνεχεια στα αγγλικα δυο απο αυτα, σε ανεπαναληπτες ερμηνειες απο δυο Μεγαλες Κυριες του Ρεπερτοριου.

Im Treibhaus (In the Hothouse)

High-vaulted crowns of leaves, Canopies of emerald,

You children of distant zones, Tell me, why do you lament?

Silently you bend your branches, Draw signs in the air,

And the mute witness to your anguish – A sweet fragrance – rises.

In desirous longing, wide You open your arms,

And embrace through insane predilection

The desolate, empty, horrible void.

I know well, poor plants, A fate that we share,

Though we bathe in light and radiance,

Our homeland is not here!

And how gladly the sun departs

From the empty gleam of the day,

He veils himself, he who suffers truly,

In the darkness of silence.

It becomes quiet, a whispered stirring

Fills uneasily the dark room:

Heavy drops I see hovering On the green edge of the leaves.


Ακολουθει παραπομπη στο YouTube οπου η περιφημη Γερμανιδα σοπρανο Waltraut Meier αποδιδει το τραγουδι “Im Treibhaus”.

Οπως αναφερει ο Ιωαννης Φουλιας “Η μουσική του τραγουδιού Στο θερμοκήπιο (Im Treibhaus) υπήρξε μια μελέτη για τον Τριστάνο που βρήκε εφαρμογή στην εισαγωγή της τρίτης πράξεως του δράματος, με αντίστοιχο και στις δύο περιπτώσεις εξωμουσικό περιεχόμενο, δηλαδή την έκφραση του αισθήματος της μοναξιάς και της απουσίας του ιδανικού “περιγύρου”. “

Traume

(Dreams)

Tell me, what kind of wondrous dreams are embracing my senses,

that have not, like sea-foam, vanished into desolate Nothingness?

Dreams, that with each passing hour, each passing day, bloom fairer,

and with their heavenly tidings roam blissfully through my heart!

Dreams which, like holy rays of light sink into the soul,

there to paint an eternal image: forgiving all, thinking of only One.

Dreams which, when the Spring sun kisses the blossoms from the snow,

so that into unsuspected bliss they greet the new day, so that they grow,

so that they bloom, and dreaming, bestow their fragrance,

these dreams gently glow and fade on your breast, and then sink into the grave.

    Translation from German to English copyright © byEmily Ezust 
    (emily (AT) lieder (DOT) net)

Παραθετω απο το YouTube την εκτελεση του τραγουδιου απο την Αμερικανιδα Σοπρανο Jessye Norman. Μεθεξη!

“Traume”

“…in the deep stillness of the night,
bathed in the moon’s inspiring light.”
“Another!… No, another never
in all the world could take my heart!”
“But who are you:
the guardian angel of tradition,
or some vile agent of perdition
sent to seduce? Resolve my doubt.”
Το Μνημειο του Πουσκιν στη Μοσχα

Το Μνημειο του Πουσκιν στη Μοσχα

Το εμμετρο μυθιστορημα του Αλεξαντερ Πουσκιν “Ευγενιος Ονεγκιν (ΕΟ)” αποτελει ισως το πιο γνωστο και σημαντικο εργο του.  Ο μεγας Ρωσο-Αμερικανος συγγραφεας Vladimir Nabokov ισχυριζεται οτι ο Πουσκιν ειναι ο Σαιξπηρ της Ρωσιας και ο ΕΟ ειναι ο Αμλετ του.

Ο Ναμποκοφ εχει μεταφρασει τον ΕΟ και μαλιστα αυτη η μεταφραση θεωρειται μαζι με τη Λολιτα το αριστουργημα του συγγραφεα!

Επειδη δεν εχω την μεταφραση του Ναμποκοφ, θα δανειστω απο την μεταφραση του Charles Johnston στα Αγγλικα (βλεπε υποσημειωση στο τελος), για να παρουσιασω αποσπασματα σχετικα με την πρωτη μεγαλη ενοτητα του εργου, που δομειται γυρω απο το γραμμα που στελνει η ερωτευμενη Τατιανα στον Ευγενιο.   Επιφυλασσομαι για παρουσιαση και της μεταφρασης του Ναμποκοφ εν ευθετω χρονω.

Για να ειναι πιο ευκολη η αναγνωση υπενθυμιζω την υποθεση του εργου.

Η Τατιανα, κορη της επαρχιας,  ερωτευεται τον Ευγενιο Ονεγκιν, φιλο του αρραβωνιαστικου της αδελφης της Ολγας, Λενσκι,  και του απευθυνει επιστολη στην οποια ο Ευγενιος παραμενει αδιαφορος, αναφεροντας οτι δεν μπορει να δεσμευθει.

Ο αμοραλισμος του Ευγενιου τον οδηγει σε μονομαχια με τον φιλο του Λενσκι, στην οποια ο Ευγενιος σκοτωνει τον φιλο του.

Απο την παρασταση της Μετροπολιταν Οπερας Νεας Υορκης, Φεβρουαριος 2007

Απο την παρασταση της Μετροπολιταν Οπερας Νεας Υορκης, Φεβρουαριος 2007

Ο Ευγενιος συναντα χρονια αργοτερα την Ταιτιανα σε μια δεξιωση στη Μοσχα, και συνειδητοποιει οτι ειναι τρελα ερωτευμενος μαζι της.Της απευθυνει επιστολες απανωτες, στις οποιες η Τατιανα παραμενει αρνητικη. Ενω δεχεται οτι και αυτη τον αγαπα, τον διωχνει λεγοντας του οτι τωρα η θεση της ειναι διπλα τον αντρα της, και οτι το νεο ενδιαφερον του προς αυτην οφειλεται στην οικονομικη της ευμαρεια.

Ξεκινω με ενα προοιμιο, μια μικρη σκηνη αναμεσα στην Τατιανα και την υποκομο της, καθως συνειδητοποιει οτι ειναι ερωτευμενη και θελει να μεινει μονη για να απολαυσει και να υποφερει αυτη τη μοναδικη κατασταση.

Απο την παρασταση της κρατικης οπερας της Βαυαριας το Νοεμβριο 2007

Απο την παρασταση της κρατικης οπερας της Βαυαριας το Νοεμβριο 2007

“XX

“I am in love,” Tatyana’s wailing
whisper repeated to the crone.
“My dearest heart, you’re sick and ailing.”
“I am in love; leave me alone.”
And all the while the moon was shining
and with its feeble glow outlining
the girl’s pale charms, her loosened hair,
her drops of tears, and seated there,
in quilted coat, where rays were gleaming
on a small bench by Tanya’s bed,
the grey-haired nurse with kerchiefed head;
and everything around was dreaming,
in the deep stillness of the night,
bathed in the moon’s inspiring light.”

Ακολουθει το γραμμα στον Ευγενιο

Tatyana’s Letter to Onegin

“I write to you — no more confession
is needed, nothing’s left to tell.
I know it’s now in your discretion
with scorn to make my world a hell.
{102}

“But, if you’ve kept some faint impression
of pity for my wretched state,
you’ll never leave me to my fate.
At first I thought it out of season
to speak; believe me: of my shame
you’d not so much as know the name,
if I’d possessed the slightest reason
to hope that even once a week
I might have seen you, heard you speak
on visits to us, and in greeting
I might have said a word, and then
thought, day and night, and thought again
about one thing, till our next meeting.
But you’re not sociable, they say:
you find the country godforsaken;
though we… don’t shine in any way,
our joy in you is warmly taken.

“Why did you visit us, but why?
Lost in our backwoods habitation
I’d not have known you, therefore I
would have been spared this laceration.
In time, who knows, the agitation
of inexperience would have passed,
I would have found a friend, another,
and in the role of virtuous mother
and faithful wife I’d have been cast.
{100}

“Another!… No, another never
in all the world could take my heart!
Decreed in highest court for ever…
heaven’s will — for you I’m set apart;
and my whole life has been directed
and pledged to you, and firmly planned:
I know, Godsent one, I’m protected
until the grave by your strong hand:
you’d made appearance in my dreaming;
unseen, already you were dear,
my soul had heard your voice ring clear,
stirred at your gaze, so strange, so gleaming,
long, long ago… no, that could be
no dream. You’d scarce arrived, I reckoned
to know you, swooned, and in a second
all in a blaze, I said: it’s he!

“You know, it’s true, how I attended,
drank in your words when all was still –
helping the poor, or while I mended
with balm of prayer my torn and rended
spirit that anguish had made ill.
At this midnight of my condition,
was it not you, dear apparition,
who in the dark came flashing through
and, on my bed-head gently leaning,
with love and comfort in your meaning,
spoke words of hope? But who are you:
the guardian angel of tradition,
or some vile agent of perdition
sent to seduce? Resolve my doubt.
Oh, this could all be false and vain,
a sham that trustful souls work out;
{101}
fate could be something else again..,

“So let it be! for you to keep
I trust my fate to your direction,
henceforth in front of you I weep,
I weep, and pray for your protection..,
Imagine it: quite on my own
I’ve no one here who comprehends me,
and now a swooning mind attends me,
dumb I must perish, and alone.
My heart awaits you: you can turn it
to life and hope with just a glance –
or else disturb my mournful trance
with censure — I’ve done all to earn it!

“I close. I dread to read this page…
for shame and fear my wits are sliding…
and yet your honour is my gage
and in it boldly I’m confiding”…

…..But to the garden, to the scene
where Tanya now confronts Eugene.
{111}

Μετα απο ατελειωτη αναμονη, ο Ευγενιος επιστρεφει, συναντα την Τατιανα και αντικρουει τον ερωτα της….

Απο την παρασταση της Βασιλικης Οπερας του Κοβεν Γκαρντεν το Μαρτιο 2008

Απο την παρασταση της Βασιλικης Οπερας του Κοβεν Γκαρντεν το Μαρτιο 2008

XIV

”  “But I was simply not intended
for happiness — that alien role.
Should your perfections be expended
in vain on my unworthy soul?
Believe (as conscience is my warrant),
wedlock for us would be abhorrent.
I’d love you, but inside a day,
with custom, love would fade away;
your tears would flow — but your emotion,
your grief would fail to touch my heart,
they’d just enrage it with their dart.
What sort of roses, in your notion,
would Hymen bring us — blooms that might
last many a day, and many a night!

XV

“What in the world is more distressing
than households where the wife must moan
the unworthy husband through depressing
daytimes and evenings passed alone?
and where the husband, recognizing
her worth (but anathematising
his destiny) without a smile
bursts with cold envy and with bile?
For such am I. When you were speaking
to me so simply, with the fires
and force that purity inspires,
is this the man that you were seeking?
can it be true you must await
from cruel fortune such a fate?”
{113}

Υποσημειωση:

This translation first published 1977
Published with minor  revisions and an Introduction in Penguin Classics
1979

Copyright © Charles Johnston, 1977, 1979
Introduction copyright © John Bayley, 1979
All rights reserved

Και τωρα το καλυτερωτερο ολων! Η εξοχη Αμερικανιδα υψιφωνος Ρενε Φλεμινγκ τραγουδα την αρια του γραμματος απο την ομωνυμη οπερα του Πιοτρ Ιλιτς Τσαικοφσκυ.

Δεν χρειαζεται να ξερετε Ρωσικα! Δεν χρειαζεται να εχετε παει ποτε σε οπερα! Δεν χρειαζεται να αγαπατε την μουσικη! Κλειστε τα ματια, χαλαρωστε, αγκαλιαστε καποιον, καποιαν,  η κατι που αγαπατε, και μεταφερθειτε σε εναν αλλο κοσμο! Παραδοθειτε στην μαγεια του Πιοτρ Ιλιτς, και το αγγελικο καλεσμα της Φλεμινγκ!

Σήμερα θέλω να μοιραστώ μαζι σας το ποιημα “Θρήνος για το Νότο”, που εγραψε ένας απο τους αγαπημένους μου Ιταλούς ποιητές, ο Σαλβατόρε Κουασιμόντο. Γεννήθηκε το 1901 στη Σικελία και απέθανε το 1968 στη Νάπολη της Καμπανιας. Αναπαυεται στο Κοιμητηριο Μονουμενταλε στο Μιλανο. Το 1959 του απονεμηθηκε το Βραβείο Νομπελ Λογοτεχνιας. Αρχικα παραθετω το ποιημα στα ιταλικα, και συνεχιζω με την ελληνικη αποδοση.

Today I want to share with you the poem “Lamento per il Sud”, written by one of my favourite Italian poets, Salvatore Quasimodo. He was born in Sicily on 1901 and died in Napoli on 1968. He is resting in the Monumentale Cemetery in Milano. In 1959 he was awarded the Nobel Prize for Literature. I start with the poem in Italian, and then give the interpretation in Greek.

Σαλβατορε Κουασιμοντο

Σαλβατορε Κουασιμοντο

Lamento per il Sud

La luna rossa, il vento, il tuo colore
di donna del Nord, la distesa di neve…
Il mio cuore è ormai su queste praterie,
in queste acque annuvolate dalle nebbie.
Ho dimenticato il mare, la grave
conchiglia soffiata dai pastori siciliani,
le cantilene dei carri lungo le strade
dove il carrubo trema nel fumo delle stoppie,
ho dimenticato il passo degli aironi e delle gru
nell’aria dei verdi altipiani
per le terre e i fiumi della Lombardia.
Ma l’uomo grida dovunque la sorte d’una patria.
Più nessuno mi porterà nel Sud.
Oh, il Sud è stanco di trascinare morti
in riva alle paludi di malaria,
è stanco di solitudine, stanco di catene,
è stanco nella sua bocca
delle bestemmie di tutte le razze
che hanno urlato morte con l’eco dei suoi pozzi,
che hanno bevuto il sangue del suo cuore.
Per questo i suoi fanciulli tornano sui monti,
costringono i cavalli sotto coltri di stelle,
mangiano fiori d’acacia lungo le piste
nuovamente rosse, ancora rosse, ancora rosse.
Più nessuno mi porterà nel Sud.
E questa sera carica d’inverno
è ancora nostra, e qui ripeto a te
il mio assurdo contrappunto
di dolcezze e di furori,
un lamento d’amore senza amore.

Θρήνος για το Νότο

Το κόκκινο φεγγάρι, ο άνεμος, το χρώμα σου της

βόρειας γυναικας, οι χιονισμένες πεδιάδες…

Η καρδιά μου ανήκει σ’αυτούς τους αγρούς,

σ’αυτά τα βυθισμενα στην ομίχλη νερά.

Λησμόνησα τη θάλασσα,

το βαρύ κοχύλι που φυσούσαν οι Σικελοί βοσκοί,

τον ήχο απο τις άμαξες πάνω στους δρόμους.

όπου το καρούμπο ριγεί ανάμεσα στα καπνισμένα

καλάμια.

Λησμόνησα τους ερωδιούς και τους

πελαργούς που διασχίζουν τον αέρα

πάνω απο τους πράσινους λόφους της

Λομβαρδίας τις στεριές και τα ποτάμια.

Αλλά παντού ο άνθρωπος κραυγάζει το

πεπρωμένο της πατρίδας του.

Κανείς δε θα με φέρει πίσω στο νότο ξανά.

Ω, ο Νότος είναι κουρασμένος να σέρνει στην ξηρά

τους νεκρούς απο τους βάλτους της ελεονοσίας,

είναι κουρασμένος απο την ερημιά,

κουρασμένος απο τα δεσμά,

το στόμα του είναι κουρασμένο

να το καταριούνται σε κάθε γλώσσα

έχοντας ουρλιάξει το θάνατο μέσα απο την ηχώ των πηγαδιών του,

έχοντας ρουφήξει το αίμα απο την καρδιά του.

Παρ’όλα αυτά τα παιδιά του επιστρέφουν στα βουνά,

κρατώντας τα άλογα κάτω απο τα αστέρια

τρώγοντας τα λουλούδια της ακακίας κατά μήκος των δρόμων

κόκκινο ξανά, ακόμα κόκκινο, ακόμα κόκκινο.

Κανείς δε θα με φέρει πίσω στο Νότο ξανά.

Και αυτό το απόγευμα του χειμώνα είναι ακόμα δικό μας,

και εδώ σου εκφραζω ξανα

με γλυκα και παραταιρη οργη,

το θρήνο ενος ερωτα xωρις αγαπη.

ΥΓ. Έκανα παρεμβασεις στην Ελληνική απόδοση της Ειρηνης Μπέινα και Δέσποινας Θραψίμη


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 71 other followers