Τον Γιωργο Σαρανταρη τον γνωρισα ενα βραδυ οταν ο αντρας μιας καλης φιλης, ερασιτεχνης ποιητης, μου εφερε στο σπιτι ενα βιβλιο με τα ποιηματα του. Πιασαμε την κουβεντα για αλλα θεματα, και μολις προλαβε να μου πει «ειναι μεγαλος ποιητης, αλλα αγνωστος». Ο χρονος περασε και το βιβλιο με τα ποιηματα του Σαρανταρη στολιζαν τη βιβλιοθηκη, ενω εγω οργωνα τα Βαλκανια. (Θυμαμαι οτι εκεινη την εποχη ειχα διασχισει τα συνορα Βουλγαριας – ΠΓΔΜ πεζος σε ενα ορεινο περασμα, και αμεσως μετα αντικρυσα ενα καρο που το εσερνε ενα τεραστιο βοδι. Ευτυχως το αυτοκινητο που ειχα παραγγειλει με περιμενε, κι ετσι δεν χρειαστηκε να ανεβω στο καρο.)

Καποια στιγμη το ανοιξα και αρχισα να διαβαζω. Και συνεχιζω να διαβαζω.   

«Η Ευρώπη είναι ένα μεγάλο κοιμητήριο. Η Ευρώπη δεν έχει Αγάπη και δεν πιστεύει στην Ανάσταση.»

Γιώργος Σαραντάρης στον Γιάννη Τσαρούχη

Ο ποιητης, στοχαστης και συγγραφεας Γωργος Σαρανταρης γεννηθηκε στην Κωνσταντινουπολη το 1908, γονος ευπορης οικογενειας εμπορων. Απο το 1910 εως το 1931 εζησε στην Μπολονια, στην Ιταλια. Το 1931 ερχεται στην Αθηνα οπου και εγκαθισταται.

Το 1934 γνωριζεται με τον Οδυσσεα Ελυτη. Η σχεση τους ειναι βαθεια και γνησια.

«Για τους Αθηναίους φερέλπιδες νέους των γραμμάτων η άφιξή του στην ελληνική πρωτεύουσα διχάζει τα πνεύματα: ο ποιητής-στοχαστής είναι και παραμένει τα χρόνια εκείνα ο αινιγματικός ξένος που πρέπει να τον προσεταιριστούν ή να τον απορρίψουν ως «παρείσαχτο», όπως τον σκιαγραφεί ο Οδυσσέας Ελύτης στα Ανοιχτά χαρτιά του («Το χρονικό μιας δεκαετίας»)» (Λιζυ Τσιριμωκου, ΤΑ ΝΕΑ)

 Το 1940 κατατασσεται στον ελληνικο στρατο και πηγαινει στο αλβανικο μετωπο, οπου και αρρωσταινει βαρεια απο  κοιλιακο τυφο. Την Ανοιξη του 1941 επιστρεφει και πεθαινει στην Αθηνα, σε ηλικια μολις 33 ετων.

 Ο Ελυτης συντετριμενος μετα τον θανατο του φιλου του, γραφει δριμυτατο κατηγορητηριο εναντιον των στρατιωτικων αρχων που κρατησαν στην Αθηνα τους θαμωνες των ζαχαροπλαστειων και εστειλαν στο μετωπο τον φιλασθενο Σαρανταρη, σε βεβαιο θανατο.

Τοῦ χρόνου ἀνάγλυφη εἰκόνα

Δὲν ὀνειρεύτηκα ποτὲ τὸ χρόνο
Καὶ τὴ συντροφιά του
Μήτε τὴν ἀπουσία τοῦ ὀσφράνθηκα ποτὲ
Σὲ κάποιο ἐλάχιστο ἡδονικό μου ὕπνο

Αποκαθηλωση - Κωνσταντινος Παρθενης

Μόλις πεθάνει

Μόλις πεθάνει

Ἡ ἀγάπη
Θέλει σιωπὴ μεγάλη
Γιὰ νά ῾βρει στὴν ἄκρη τοῦ πόνου
Τὴν περίφημη λίμνη
Τὴ λήθη.

Πάλι ο ουρανός ανοίγει εδώ την πύλη

Πάλι ο ουρανός ανοίγει εδώ την πύλη
Πάλι σηκώνει τη σηµαία
Εµείς µπαίνουµε χωρίς φόβο
Τα µάτια τα πουλιά µαζί µας µπαίνουν
Αστράφτει η πολιτεία αστράφτει ο νους µας
Η φαντασία τους κήπους πληµµυράει
Είναι παιδιά που στέκονται στις βρύσες
Κορυδαλλοί στους όρθρους ακουµπάνε
Στις λεµονιές άγγελοι χορτάτοι
Είναι αηδόνια που παντού ξυπνάνε
Φλογέρες παίζουν έντοµα βουίζουν
Είναι τραγούδια η στάχτη των νεκρών
Και οι νεκροί κάπου αναγεννιούνται πάλι
Ολούθε µας µαζεύει ο Θεός
Έχουµε χέρια καθαρά και πάµε.

Thermopylae - Cy Twombly

Ποιος ειν’ τρελλος απο ερωτα

(εγινε τραγουδι απο το Μανο Χατζηδακι, στον «Μεγαλο Ερωτικο», αποδοθηκε για πρωτη φορα απο την Φλερυ Νταντωνακη).

Ποιος είν’ τρελός από έρωτα

ας κάνει λάκκους την αυγή
να πάμε εκεί
να πιούμε τη βροχή

Μια που εμείς σ’ όποια στέγη αράξουμε
σ’ όποιαν αυλή
ο άνεμος χαλνάει τον ουρανό τα δέντρα
κι η στείρα γη
μέσα σ’ εμάς βουλιάζει

Ποιος είν’ τρελός από έρωτα
ας κάνει λάκκους την αυγή
να πάμε εκεί
να πιούμε τη βροχή



“Δεν έχω γνωρίσει, θα ‘θελα να το διακηρύξω, μορφή
πνευματικού ανθρώπου αγνότερη από τη δική του.”
(Οδυσσέας  Ελύτης για τον Γιώργο Σαραντάρη )

Γιώργος Σαραντάρης  (ποιημα του Οδυσσεα Ελυτη)

Θ’ ανάψω δάφνες να φλομώσει ο ουρανός
μήπως και μυριστείς πατρίδα και γυρίσεις
μέσ’ απ’ τα δέντρα που σε γνώριζαν και που γι’ αυτό
τη στιγμή του θανάτου σου άξαφνα τινάξανε άνθος

Εμάς τους γύφτους άσε μας
τους «οικούντας εν τοις κοίλοις»
τι δε νογάμε από γιορτή

Και τα πουλιά δε βάνουμε προσάναμμα
μα στον ύπνο μας καθώς μας είχες μυήσει
δώθε από τη φθορά πλέκουμε τους κισσούς
μακριά σου πιο κι απ’ το Α του Κενταύρου

«Ως εν τινι φρουρά εσμέν»
μαργωμένοι μες στο χρόνο
κι από τραγούδι αμάθητοι

Μόνος εσύ ο αιρετικός της ύλης αλλ’
ομόθρησκος των αετών το ύστερο άλμα
τόλμησες. Κι οι ποιμένες σ’ είδανε της Πρεμετής
μες στης άλλης χαράς το φως να οδοιπορείς πιο νέος

Τι κι αν ο κόσμος μάταιος
έχεις μιλήσει ελληνικά
ως «εις τον έπειτα χρόνον»

κι από την ομιλία σου ακόμη
βγάνουν θυμίαμα οι θαλασσινοί κρίνοι
και κάποιες θρυλικές κοπέλες κατά σε
μυστικά στρέφουνε τον καθρέφτη του ήλιου.

1955

Σπιτια στην πλαγια - Σπυρος Παπαλουκας

«Ο Σαραντάρης, αγέννητος ακόμη και κυοφορούμενος στην εποχή μας, μεταξύ ουρανού και γης, σπασμωδικός, με την ενέργεια ενός παιδιού και τη γνώση ενός μεσήλικα, μας διδάσκει ότι η ποίηση μπορεί να μην έχει μία πατρίδα, ο άνθρωπος μία ζωή, ο ποιητής ένα θνητό και πεπερασμένο έργο,η Μούσα μία κατοικία. Κι απ’ την άλλη, ο Λορεντζάτος, με την έγνοια του για το τι μπορεί να σηκώσουν ο τόπος και ο χρόνος ο ελληνικός, μας διδάσκει ότι τα σημαντικά έργα, ο Ηράκλειτος και τα κοντάκια του Ρωμανού του Μελωδού, ο Παπαδιαμάντης και ο Ομηρος, η Λειτουργία του Χρυσοστόμου και ο Σολωμός, ανήκουν κατ’ αρχάς στον τόπο τους και κατόπιν στην οικουμένη. Ωραία συζυγία, όμορφη αναμόχλευση.»

(Χαρης Μεταλλινος, στην Ελευθεροτυπια, παρουσιαζοντας το βιβλιο του Σαρανταρη

«Οι γνωριμίες και η φιλία»

Σημειώσεις για τις Αναμνήσεις που δε θα γράψω ποτέ

μετάφραση: Ζήσιμος Λορεντζάτος)

Αργα ή γρηγορα, ολοι μπαρκαρουμε μια μερα. Αλλοι για πολυ, αλλοι για λιγο, εως οτου ερθει η ωρα για το τελευταιο μπαρκο, που το κανουμε ολοι, ο καθενας μονος του.

Ο Νικος Καββαδιας ειναι απο τους μεγαλυτερους συγχρονους Ελληνες ποιητες και συγγραφεις. Σε αυτη την αναρτηση ξεκιναω απο μια μερα που μπαρκαρησε και περιδιαβαινω στη «Βαρδια», το αριστουργημα του.

Nikos Kavadias, is one of the greatest modern the Greek Poets and Writers. This post starts from a day he sailed from Piraeus on the «Acquarius», and wanders in his novel «The Watch».

Ηταν Κυριακη, 17 Μαϊου 1974, οταν ο Καββαδιας, 64 ετων τοτε, γεννημενος το 1910, συναντησε φιλους του στο Τουρκολιμανο για μεσημεριανο φαγητο. Στις 4 το ιδιο απογευμα μπαρκαριζε στο κρουαζιεροπλοιο «Υδροχοος», οπου ηταν Ασυρματιστης Α’. Ο φιλος του Ηλιας Παπαδημητρακοπουλος τον πηγε στην αποβαθρα για να μπαρκαρει.  Ο Καββαδιας ειχε ολα του τα ταξιδιωτικα ειδη σε μια μικρη βαλιτσα της «Αιρ Φρανς».

Η φωτογραφια αυτη στην αποβαθρα πριν το μπαρκο λεει παρα πολλα. Ο Καββαδιας δεν ειχε πια αναγκη να ταξιδευει. Ειχε φιλους σχεδον παντου, και ποικιλους. (Ειρησθω εν παροδω, ο Καββαδιας ειχε μεγαλη αγαπη για τη ζωγραφικη, και πολλους ζωγραφους φιλους, αναμεσα σε αυτους ο Χατζηκυριακος Γκικας, ο Μωραλης, αλλα και ο μεγαλος Εγγλεζος ζωγραφος Λουσιαν Φροϋντ. που του ειχε χαρισει μια ζωγραφια της Μασσαλιας.) Μπορουσε λοιπον ο Καββαδιας να μεινει στην Αθηνα και να περνα μια ηρεμη και ευχαριστη ζωη. Αυτος ομως προτιμησε να μπαρκαρει και παλι.

It was Sunday, 17 May 1974. Kavadias at that time was 64 years old, being born in 1910.  He met with friends in the marina of Tourkolimano, Piraeus, and had lunch. At 4 pm he was sailing with the cruise ship Acquarius, where he was the radio operator. His friend Elias Papadimitrakopoulos  drove him to the port where the photograph above was taken. Kavadias was carrying only one slim «Air France» bag.

Hellenic Mediterranean Lines: Aquarius

Ο «Υδροχοος» ηταν το στερνο καραβι του Καββαδια. Ο ξαφνικος θανατος τον βρηκε στις 10 Φεβρουαριου 1975. Πεθανε μεσα στην Πολη, και οχι στο Πελαγο, και ειχε μια κηδεια σαν των πολλων ανθρωπωπν τις κηδειες.

Το μοναδικο μυθιστορημα του Καββαδια ειναι η «Βαρδια», που εκδοθηκε το 1954. Για μενα ειναι απο τα κορυφαια εργα της λογοτεχνιας. Μιας λογοτεχνιας του περιθωριου, αφου ο ναυτικος ζει στο περιθωριο της κοινωνιας, εξω απο τα κυρια ρευματα και συμβασεις της. (Ο φιλος και συμμαθητης του Καββαδια στον Πειραια, ο Γιαννης Τσαρουχης, φιλοτεχνησε τεσσερις ζωγραφιες για την εκδοση του 1976, που ο συγγραφεας δεν ευτυχησε να δει.)

Yannis Tsarouchis: Diamandis

Η ζωγραφια αυτη του Τσαρουχη (δημοσιευμενη στην εκδοση της «Βαρδιας» που κατεχω, του 1989) δειχνει ενα επεισοδιο απο τη «Βαρδια», οταν ο δοκιμος ο Διαμαντης ανησυχει για ενα σπυρι που εβγαλε εκει…. και ξεβρακωνεται για να το δουν και να συμπερανουν τι εχει.

Εχω επιλεξει καποια χαρακτηριστικα αποσπασματα απο τη «Βαρδια» για να διανθησω την αναρτηση αλλα και να διαλευκανω το «μυστηριο» του μπαρκου.

«βρηκα ξενοδοχειο στο….Που αλλου! Αναμεσα στα πορνεια, στα φτηνα καμπαρε, στα μαγειρια. Μια μικρη καμαρα σε σοφιτα. … Πηγαιναν να κοιμηθουν οι δουλευταδες της νυχτας. Φυλακες, γκαρσονια, πορνες, κοκοτες, γυναικες του καμπαρε. Αρπαζε το ματι σου καθως εβγαινες, προσωπα καρβουνιασμενα, ξεπαγιασμενα, κι αλλα που’ χε πεσει το φτιασιδι απο πανω τους, για να μεινει πανου σ’αλλα μαγουλα, ρυτιδωμενα και φαγωμενα απο τον αναεμο και την αλμυρα.»

«Η μανα του δεν εκλαψε. Σε κεινο το νησι οι γυναικες δεν κλαινε ποτε μπροστα στους αλλους. Οταν καις, ειναι σα να γδυνεσαι, και χειροτερο. Κλαινε τη νυχτα, οταν σωθει το λαδι του καντηλιου και τσιριζει η καντηληθρα. Οταν σε πιανει στο λαιμο η μυρωδια του καμενου λαδιου.»

Γιαννης Τσαρουχης: Τεσσερις ζωγραφιες για τη "Βαρδια"

«Βοη της σφυριχτρας, ομιχλη, ζεστη, κουραση, ανακατωνονται.

Γδυσου. Θα σου δωσω για φορεμα το πουσι…Θα πιω αλλο ενα, για χαρη της θαλασσας…Για χαρη της γοργονας που’χω στο μπρατσο μου. Που σαλταρει στη θαλασσα καθε νυχτα και με κερατωνει με τον Ποσειδωνα. Γυριζει το πρωι που κοιμαμαι, γιοματη φυκια και τσουκνιδες της θαλασσας. Οταν πιανουμε στερια για καιρο, μαραζωνει και χανει τα χρωματα της. ..Ενα σπιτακι στην εξοχη. Να κοιμασαι μια βραδια στα δυο χρονια. Διχως γυναικα στο παλι σου. Το πρωι να σαλπαρεις. ..Παλι το ντακα ντουκου της μηχανης, η μυρωδια της λαντζας, η βαποριλα, ο μαγειρας που κοβει τα νυχια του με το μαχαιρι της κουζινας. Βαρδια γιερνε, γιατακι με κοριους, επισκευες, μυρωδια της μοραβιας, πισσα βρασμενη, αποπατοι δεξαμενης, νερο θολο στο μπουγελο.»

«Δεν ειναι η θαλασσα που σκιαζομαστε. Την κουμανταρουμε και μας κουμανταρει. Κανεις δεν ξερει να την ταξιδευει σαν τους Γραικους. Μπουγαζιανοι, Μαρμαρινοι και Μαυροθαλασσιτες. Νησιωτες. Βασανισμενα μουτρα. Χαλασμενα χερια. Γρινιαρηδες και παραπονεμενοι. «

«Οι μεγαλοι δεν κλαινε. Ομως ειν’ ενας κομπος που ανεβαινει, ενας βροχος. Ειν’ εκεινο που κανει τους στεριανους να γραφουν βιβλια και τους ναυτες να σκαλιζουν και ν’ αρματωνουν μεσα σε μποτιλιες καϊκια η να ζωγραφιζουν το κορμι τους. «

«Η θαλασσα στις ακτες! Ολοι οι αποπατοι του κοσμου κατεβαινουν στη θαλασσα. Οι νεροχυτες, ολο το αγκομαχητο της νυχτας. Το ιδιο με τον αποπατο. Ο γιαλος ειναι γεματος σαρδελοκουτια, αποχτενιδια, καρεκλοποδαρα, τρυπια γοβακια. Γιοματος κοριτσια που κολυμπανε και χαιρονται το νερο. Χαρισμα σας…»

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ

γιερνε: διαρκως

γιατακι: κλινη, καταλυμα

βαποριλα: η μυρωδια του βαποριου

λαντζα: δοχειο με υγρα για τον καθαρισμο των σκευων

μοραβια: αντιδιαβρωτικο και αντιρρυπαντικο χρωμα αντοχης για την βαφη των υφαλων των πλοιων

Η αναγνωση της «Βαρδιας» αποκαλυπτει το γιατι ο Καββαδιας δεν εμεινε εκεινο το απογευμα τηε Κυριακης με τους φιλους του στο Τουρκολιμανο, να πιει τον καφε του με την ησυχια του, να παει να κοιμηθει λιγο το μεσημερι, μετα να βγει το βραδυ στην ταβερνα.

Ο Καββαδιας δεν ηταν μονο ενας μεγαλος ποιητης και συγγραφεας, ηταν ΚΑΙ ναυτικος. Το να ειναι ναυτικος ηταν αναποσπαστο μερος του ΥΠΑΡΧΕΙΝ. Δεν γινοτανε να το αποχωριστει.  Η πραγματικη ζωη του ηταν η ζωη του ναυτικου. Στη «Βαρδια» ο συγγραφεας ειναι ενας απο τους πρωταγωνιστες.  Και ειναι πρωταγωνιστης σε ενα κοσμο εντελως διαφορετικο απο τον κοσμο της διανοησης η τον κοσμο τον μεσοαστικο.

Η καθημερινοτητα του ναυτικου ειναι η αναμετρηση με τη θαλασσα. Αυτη η αναμετρηση καθοριζει την καθε πραξη του. Αργα η γρηγορα ολα επιστρεφουν και καταληγουν στο αλωνι της αναμετρησης με την μεγαλη Ερωμενη.

Ο Καββαδιας συγγραφεας ειναι και ο Καββαδιας ναυτικος, αυτα που γραφει τα γραφει εκ των εσω, και οχι εκ των ασφαλων εξω. Ειναι μεσα στην αρενα παλευοντας με την θαλασσα, και οχι στην ασφαλη στερια.

Η γοητεια που ασκει ακομη και σημερα το εργο του Καββαδια ειναι εν πολλοις η γοητεια ενος κοσμου του περιθωριου, που ο μεσοαστος δεν θα γνωρισει ποτε, ουτε και τον καταλαβαινει πολυ, αλλα ειναι ενας κοσμος σχεδον ονειρικος, απομακρος και ξενος.

(Δεν εχω παρε δωσε με ναυτικους, παρα μονο απο τα αεροπορικα ταξιδια. Οταν ζουσα στην Αγγλια, γυρνουσα απο Αθηνα μετα τις γιορτες κατι μερες περιεργες, οπως Πρωτοχρονια, η αμεσως μετα τα Χριστουγεννα, παντα με την πρωινη πτηση της Μπριτις Εργουειζ, που ηταν μισοαδεια. Οι αλλοι επιβατες ηταν κατα κανονα ναυτικοι που πηγαινανε για μπαρκο. Το πρωινο σερβιροτανε οκτω η ωρα το πρωι ωρα Ελλαδος, και ολοι πινανε ουισκυ και καπνιζανε σαν αρπαηδες (εκεινη την εποχη επιτρεποτανε το καπνισμα στα αεροπλανα). Λιγομιλητοι, κοιταζανε καπου εκει εξω, καθως πινανε και καπνιζανε. )

Κλεινω με τους τελευταιους στιχους του ποιητη:

«Μα ο ήλιος αβασίλεψε κι ο αητός απεκοιμήθη
και το βοριά το δροσερό τον πήραν τα καράβια.
Κι έτσι του δόθηκε καιρός του Χάρου και σε πήρε.»

Γιαννης Τσαρουχης: Τεσσερις ζωγραφιες για τη "Βαρδια"

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

Αναφερόμενος στην καθημερινή ζωή του Καββαδία, ο καθηγητής της νεοελληνικής φιλολογίας στη Σορβόνη Γκυ (Μισέλ) Σωνιέ, γράφει: «Στην καθημερινή ζωή ο Καββαδίας μπορεί να ήταν πονηρός παραμυθάς και ν’ απόφευγε, μαζί μου τουλάχιστον, και, όσο ξέρω, με αρκετούς φίλους, κάθε είδος εξομολόγησης και μερικές φορές ακόμα και σοβαρής προσωπικής κουβέντας, καταφεύγοντας εν ανάγκη στις πιο επιπόλαιες γραφικές κοινές αναμνήσεις μόλις η κουβέντα έκανε να γλιστρήσει προς επικίνδυνες περιοχές […] Στο έργο του συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Από την αρχή ως το τέλος τα γραπτά του, ποιήματα και πεζά, διέπονται, στο κλίμα τους και στη μυθολογία τους, από μια παντοδύναμη ενοχή. Και στη Βάρδια- κατ’ εμέ η κορυφή του όλου έργου- κορυφώνεται και η ενοχή: ένας κόσμος ολόκληρος σήπεται και καταρρέει. Ταυτόχρονα η εξομολόγηση, ας είναι φανταστική, είναι άλλο ζήτημα, παίζει βασικό ρόλο. Στη «Βάρδια» όλες οι ιστορίες που διηγείται ο αφηγητής ακόμα και η ιστορία που διαδραματίζεται γύρω του κατά το ταξίδι του «Πυθέα» έχουν παρόμοια κατάληξη».

«Εμένα εκείνο που με συναρπάζει είναι το ήθος του. Η ανθρώπινη σχέση σε αυτό το βιβλίο έχει μια μοναδική συνέπεια (…). Εκείνο που ανατρέπει την καθεστηκυία ηθική – και δίνει στην Βάρδια μια άλλη διάσταση σχεδόν πολιτική – είναι το γεγονός πως όλοι αυτοί οι ντεσπεράντος (πόρνες, ρουφιάνοι, λαθρέμποροι, παιδεραστές, τυχοδιώκτες κλπ) δείχνουν όχι μόνο μια καταπληκτική αλληλεγγύη μα και μια συνέπεια κυριολεκτικά απροσδόκητη (…). Θεωρώ τη Βάρδια μέγιστο μάθημα ήθους. Μακάρι να μπορούσε να διδαχθεί στα σχολεία». – Ηλίας Παπαδημητρόπουλος

Η πηγη των ανωτερω παραπομπων και της απρομαυρης φωτογραφιας του μπαρκου ειναι το αφιερωμα «7 Ημερες» της εφημερίδας «Καθημερινή», 1999.

Heidegger-weg (Heidegger’s Path) – Part I

Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου, 2010

(according to Heidegger)

«The whole history of philosophy is just an endless variation of the Greeks’ theme ,

which is the theme of the Being itself. «

Jean Beaufret, 1974

This post started as a description of my journey to Martin Heidegger’s hometown and mountain resort.
On the way it changed, it grew.

The physical dimension and elements are now interlaced with a journey through time, and through the philosophical space.

The material outgrew the confines of a  post and I had to split it in two parts, the first ending nominally with the second world war.

This journey is a tribute to the great modern philosopher and his work.

As a man, Heidegger was quite a controversial figure on many fronts. I touch upon some of them, but the post cannot exhaust them or cover them in any way approaching completeness.

Martin and Elfride Heidegger's grave in the Messkirch Cemetery

Εκ του τελους αρχεσθαι.

The beginning is the end.

«If I take death into my life, acknowledge it, and face it squarely, I will free myself from the anxiety of death and the pettiness of life – and only then will I be free to become myself.» MH

Martin Heidegger died in 1976 in Freiburg, and was burried in the cemetery of his hometown, Messkirch.

The beginning of the journey was the small town of Messkirch, in Baden – Wurttemberg, near the Black Forest, where Martin Heidegger was born in 1889.

Heidegger’s father, Friedrich, was a carpenter. His mother Johanna, née Kempf, was a house wife. They were a family of poor means, who could not afford to send Martin to the university. Therefore, they enrolled him to a Jesuit Seminary.

Young Martin did not stay in the Seminar.  In 1909 he «escaped» and went to the University of Freiburg, where he studied theology and philosophy.

In 1917 he marries Elfride Petri who will remain his supporting wife until his death.

Edmund Husserl - Photo courtesy of the Heidegger Museum in Messkirch

From 1919 to 1923 he served as an assistant to Professor Edmund Husserl at the University of Freiburg.

Heidegger developed Husserl’s phenomenology in a new direction. He shifted the emphasis from the meaning of consiousness to the meaning of Breing.  Husserl’s epistemological question «What does it mean to know?» is transformed into the question «What does it mean to Be?» in Heidegger’s conception.

Heidegger opposes the Husserlian claim that a person’s relation to the world and the things in it must be mediated by something in the person’s mind: beliefs, desires, experiences, etc. — what philosophers call «intentional content.» As he puts it:

«The idea of a subject which has intentional experiences . . . encapsulated within itself is an absurdity which misconstrues the basic ontological structure of the being that we ourselves are.»

After Heidegger became a Professor at the University of Freiburg, the relationship of the two men deteriorated and eventually broke down completely.

In 1922 Elfride gave Martin as present the wood cabin (Hutte) in Todtnauberg, where she was going for skiing. This cabin became Heidegger’s refuge, the calm place to go and think, write and meet some people.

In Paul Celan’s poem «Todtnauberg», written in 1967 after his visit to the cabin, the Sternwürfel, the wooden cube above Heidegger’s well (resembling a Mallarmean die in “Un coup de dès”), is metonymically linked by its star design to the yellow arnica flower, viewed as the Jewish star.

The Cabin in the late October for and snow

In 1923 he was elected professor a the University of Marburg, where he stayed until 1928.

Heidegger turned the Western Philosophy upside down, starting with Descartes, who considered that the human being is a mind located in a meterial body. Heidegger asserted that the human existence is a happening, a process that welds the human to the World.

For Heidegger, there is not mind, body, and world, but Dasein in-the-world, as a ‘unitary phenomenon’.

For Descartes, space is a matter of abstract mathematical coordinates and calculations in which things are located and move about; for Heidegger, space is how Dasein experiences things.

Heidegger’s determination to break out of the philosophical tradition is focused in his attempt to get beyond the subject/object distinction.

In 1924 he met Hannah Arendt, with whom he had an affair until 1926 , when she left Marburg University to go to Heidelberg and study under Karl Jaspers. Arendt is a key person in Heidegger’s life, as she became one of his strongest supporters when he was accused of being a Nazi. She referred to this as a personal «error».

His next major affair after Hannah Arendt was with Elisabeth Blochmann, who was also studying at Marburg. It must be noted that with the recent publication of the letters between Martin and Elfriede Heidegger in 2005 did it become known that the Heidegger marriage was an «open» one, in that Elfriede likewise had affairs, including one with the family doctor who fathered her first son, Hermann Heidegger.

In 1927, Heidegger publishes «Sein und Zeit», «Time and Being», his unfinished masterpiece, and dedicates it to his Professor, Edmund Husserl.

Most of it was written in the Todtnauberg cabin.

In its original design, Being and Time would have two parts, each part comprising three divisions.

As published, the book covered only the first two divisions of Part One.

The third division of Part One is now considered to be covered by the «The Basic Problems of Phenomenology», and the first part of Division Two by «Kant and the Problem of Metaphysics» (see below».

Divisions two and three of Part Two are essentially covered by  «The Basic Problems of Phenomenology».

In this sense, the original design of Being and Time has been completed, albeit in an indirect way.

Within a few years, this book was recognized as a truly epoch-making work of the 20th century philosophy.

In 1928 Heidegger is appointed Professor at the University of Freiburg, succeeding Husserl.

In 1929 Heidegger delivers his important inaugural lecture, What Is Metaphysics

and publishes his famous bookKant and the Problem of Metaphysics.

In the Spring of 1933, April 21, Heidegger is appointed Rector of the University and joins the NSDAP.

Heidegger attending a celebration at the University of Freiburg

On May 3, 1933 he joined the NSDAP party. On May 27, 1933 he delivered his inaugural rector’s address on «The Self-Affirmation of the German University,» whose ambiguous text is frequently interpreted as an expression of his support of Hitler’s regime.

His spell as a Rector is short lived. He resigns on the 23rd April 1934.

He is the first Rector to resign under NSDAP rule.

His inaugural rector’s address was found incompatible with the party line and its text was eventually banned by the Nazis.

In his lectures of the late 1930s and the early 1940s, especially those which he gave during the period in which he was writing Contributions to Philosophy, he expressed covert criticism of Nazi ideology. Heidegger says in the SPIEGEL interview:

«After I resigned from the rectorate, I retreated back to my task as teacher. In the summer semester 1934 I lectured on “Logic.” In the following semester, 1934/35, I gave the first lecture on Hölderlin. The lectures on Nietzsche began in 1936. All of those who could hear heard that this was a confrontation with National Socialism.»

The entrance to the Heidegger Museum in Messkirch

For some time he was under surveillance of Gestapo. He was finally humiliated in 1944 when he was declared the most «expendable» member of the faculty and sent to the Rhine to dig trenches. Heidegger reminisces:

The Spiegel Interview

«In the last year of the war, five hundred of the most eminent scholars and artists were exempted from any kind of military service.19 I was not one of those who were exempted. On the contrary, in the summer of 1944 I was ordered to dig trenches over near the Rhine, on the Kaiserstuhl.» (The SPIEGEL Interview).

I cannot of course cover this issue completely and even more, offer any explanations or assertions to the truth.

A lot of books have been written, heated debates taken place, and this will go on.

In my humble view, there is no doubt that Heidegger flirted with NSDAP in 1933,and failed miserably. He resigned from the Rector’s position and never resumed a position of power or influence. The way he rationalized this is of no interest to me. His work reamined at large untainted by the Nazi rubbish and poison. There are slips here and there, but he recovers quickly and never returns to the fallacies.

The path through the fields in Messkirch

Heidegger was attached to his homeland. When in Messkirch, he would go for a walk in a path crossing the fields, for which the German word is Feldweg.

Today the path is still there, but the bench where Heidegger used to sit and work is gone. Only a label on a tree informs the visitor that the bench was there in the past.

A sign on MH's bench

Messkirch is a sleepy town in the middle of nowhere. It is a town that appears to have disowned its son, Martin Heidegger. Heideger is covered by a cover of guilt and oblivion.

«Anxiety as the superlative disclosure leads Dasein to an authentic
awareness of essential finitude of human existence, and hence serves
as the foundation for the possibility of authentic existence in its intrinsic
relation to the anticipation of death.» MH

Paul Celan was born in 1920 in Bucovina, Romania. He became one of the most prominent 20th century poets. Celan committed suicide in Paris, in 1970, before turning 50.

Ingeborg Bachmann, was born in 1926 in Klagenfurt, Austria. She wrote poems, libretti, novels and is considered one of the most talented German – Austrian writers of the 20th century. Bachmann died in rather strange circumstances in a fire in Rome, in 1973.  She was 47 years old.

Heart’s Time (Herzzeit) is the title of a book published in Germany in 2008 (the English translation has been published in 2010) containing more than 200 items of correspondence between the two lovers, friends.

Dr. Klaus Hübner observes in his review of the book’s publication:

«Love is always a very private matter, and it is only by means of the extent to which the lovers are known that an element of public awareness and interest is added to it. This is surely true in the case of the relationship between Ingeborg Bachmann (1926–1973) and Paul Celan (1920–1970). The works of these two writers belong to the essential core of German-language literature after the end of the Second World War, and they also belong to it because, in their different ways, they are marked by the collapse of German civilisation during the Nazi era, above all by the industrialised murder of many millions of Jews and its unspeakable and unending consequences. What would German lyric poetry be without Bachmann’s Die gestundete Zeit from 1953 (title poem of this collection variously translated as Mortgaged Time, The Respite, and Time Borrowed) or Anrufung des Großen Bären from 1956 (i.e. invocation of the Great Bear)? Without Celan’s Mohn und Gedächtnisfrom 1952 (i.e. poppies and memory) or Sprachgitter from 1959 (i.e. language-grille)? What would the memory of the ‚Fifties and ‚Sixties be without the celebrated Gruppe 47? Our view of the post-war period would be incomplete without Bachmann’s and Celan’s verses, voices and photos.»

«Glorious news» the 21-year old Ingeborg Bachmann writes in a letter to her parents, the «surrealist poet» Paul Celan has fallen in love with her. It is May 1948, Vienna. Celan sends Bachmann his poem In Ägypten (in Egypt) with the dedication: «For Ingeborg. To one who is painfully precise (peinlich genau), 22 years after her birth, from one who is painfully imprecise.«

Celan visits Bachmann in Vienna and stays there for a month or so. He then goes to Paris where he is going to stay until his death in 1970.

Visit «Once upon an Autumn» to read «Corona»,  the last poem that Celan wrote before leaving Vienna in 1948.

In 1950, Bachmann received her Doctor of Philosophy from the University of Vienna with her dissertation titled «The Critical Reception of the Existential Philosophy of Martin Heidegger

Bachmann writes to Celan in 1949:

«Sometimes I’d like nothing better than to get away and come to Paris, to feel you touch my hand, how you touch me completely with flowers and then not to know yet again where you come from and where you are going.  To me you come from India or from a more distant dark, brown land, to me you are the desert and the sea and everything secretive. I know nothing about about and that is why I am often so afraid for you, I cannot imagine that you are doing the same things the rest of us are doing here, I should have a castle for us and bring you to me, so that you can be my enchanted lord, we will have many tapestries in it and music and invent love. I have often thought that «Corona» is your most beautiful poem, it is the most perfect anticipation of a moment where everything becomes marble and exists forever. But here it is not my «time».  I hunger for something that I will not get, everything is flat and vapid. tired and used-up even before it is used.   in mid-August I will be in Paris just for a few days. Don’t ask me why, but be there for me, for one evening, or two or three. Take me to the Seine, we want to look down into it for a long time until we’ve become small fish and recognize each other again. «

Although they are no longer «lovers» in the exact sense of the word, the correspondence continues stronger than ever. Ina Hartwig in her Frankfurter Rundschau review (published in 2008) relates.

«In September 1950 she will mention her first «nervous breakdown» and tell Celan that she is «lost, desperate and embittered». She writes: «I have such desire for a little comfort» and she entreats him: «Please try to be good to me and hold me tight!» He obviously senses a good portion of stylisation here, in any case he soon cautions his now most sought-after companion to be «a little more sparing with your demands». Because, he continues, she has «had more from life» than most of her contemporaries. Jealousy? This is the astoundingly sober reply to a letter from June 1951, in which she admits: «I love you and I don’t want to love you, it is too much and too difficult…»»

Bachmann and Celan

In his article «Expressing the Dark«, Hans-Gunnar Peterson observes:

«What impelled her was a wish to work with death as a motif and with reflections on the hidden forces of violence and oppression in society. She was appalled and yet fascinated by the fact that crimes against humans are being committed on such a large scale also outside of the boundaries of war. «Since long have I pondered the question of where fascism has its origin. It is not born with the first bombs, neither through the terror one can describe in every newspaper … its origin lies in the relations between a man and a woman, and I have tried to say … in this society there is permanently.»»

Bachmann with Henze

In 1953 Bachmann goes to Rome, where she works with Hans Werner Henze, the German composer, and writes two libretti for his operas: the Prince of Homburg, and The Young Lord.

In 1957 the two «lovers» meet again and their relationship is revitalized. But it is only an interlude. They go back to their own separate lifes until 1961, when Ingeborg experiences a writer’s block wen it comes to her correspondence with Celan.

Psalm
Paul Celan
No one moulds us again out of earth and clay,
no one conjures our dust.
No one.
Praised be your name, no one.
For your sake
we shall flower
Towards
you.
A nothing
we were, are, shall
remain, flowering;
the nothing-, the
no one’s rose.
With our pistil soul-bright
with our stamen heaven-ravaged
our corolla red
with the crimson word which we sang
over, 0 over
the thorn.

Bachmann writes to Celan shortly before the «blockage» in her writing in 1961: «I really think that the greatest disaster is inside you. The wretched stuff that comes from outside – and you don’t need assure me of the truth of this, because I am well aware of much of it – is certainly poisonous, but it can be overcome, it must be possible to overcome. It is up to you now to confront it properly, after all you see that every explanation, every event, however right it might have been, has not diminished the unhappiness inside you, when I hear you speaking, it seems to me as if … it meant nothing to you that many people have made an effort, as if the only things that counted for you were dirt, maliciousness, folly. … You want to be the victim, but it is up to you to change this…» (Ina Hartwig ).

Bachmann with Henze in Rome

«Enigma» 1967

Ingeborg Bachmann

Nothing more will come.

Spring will no longer flourish.

Millennial calendars forecast it already.

And also summer and more, sweet words

such as “summer-like”–

nothing more will come.

You mustn’t cry,

says the music.

Otherwise

no one

says

anything.

After 1967 Bachmann almost sopped writting poetry and turned to prose. Marjorie Perloff explains:

«Why did Bachmann stop writing lyric poems?  In an interview, she remarked: “I have nothing against poems, but you must try to understand that there are moments when suddenly, one has everything against them, against every metaphor, every sound, every rule for putting words together, against the absolutely inspired arrival of words and images.”  What she means here, I think, is that, in the writing of lyric, she couldn’t seem to get around the male and patriarchal voice so powerful in German poetry.  “I had only known,” Bachmann admitted in 1971, “how to tell a story from a masculine position.  But I have often asked myself: why, really?  I have not understood it, not even in the case of the short stories.”  Then, too, Bachmann feared, as did her contemporary Paul Celan, that German lyric too easily falls into the trap of “harmony,” the harmony which, as Celan puts it, “no longer has anything in common with that ‘harmony’ which sounded more or less unchallenged, side by side with the most dreadful.”  The reference here is of course to the Holocaust: Bachmann was well aware of the difficulty Celan speaks of.»

‘For me it is not a question of a woman’s role, but the phenomenon of love – how you love. […] Love is a work of art, and I don’t believe many have the capacity for it.’ Ingeborg Bachmann said this in an interview in 1971. By then, her correspondence with Paul Celan was long over. In the early 1960s, Celan had been in the midst of an existential crisis that clouded his relationship with her. (Angelika Reitzer)

In late spring 1970, Gisèle Celan-Lestrange, estranged wife of the poet Paul Celan, wrote to the Austrian poet Ingeborg Bachmann, an early love and life-long friend of the poet’s: “In the night from Monday to Tuesday, 19 to 20 April, he left his apartment, never to return… ” (Bachmann-Celan Correspondence, p. 197). (Ina Hartwig).

«My life is over, for during the transport he has drowned in the river’, says the dream ‘self’ in Bachmann’s novel Malina; and ‘he was my life. I loved him more than my life.’ (Malina: A Novel. Translated by Philip Boehm. Holmes & Meier, 1990.)» (Angelika Reitzer)

The Monk of Cappadoccia – Part II

Δευτέρα, 24 Μαΐου, 2010

This is the second part of the story of Kostas T, a Monk in Cappadoccia.

Part I ended when Elektra, the Alsatian French psychoanalyst had just arrived in Cappadoccia for a week’s visit, to recharge her batteries and, maybe rethink her life.

After laying his eyes on Elektra, Kostas felt for the first time since Iphigenie left him the desire for a woman to reemerge from the depths of his wounded manhood. The cell where he spent most of his time all of a sudden became his prison.

He felt strong carnal desire for Elektra. He had to have her at any cost.

Kostas left the monastery climbing the steep rocks in order to meet his lover.

It was a hot embrace from the very beginning.

The week of Elektra’s holidays was almost over.

Day after day the two lovers would meet and enjoy endless love making.

But she was now due to return to her home and regular life.

Kostas could not believe that he would lose her.

Endless discussions were fruitless.

At the end, Elektra decided to return to her home, and come to Cappadoccia  again after three months, hoping she would convince Kostas to abandon the monastic life and go to Alsace with her.  She told this to Kostas openly and promised to write to him every day.

Kostas became restless after Elektra went back to Alsace.

He would read her letters and write back to her the same day he read them.

In his mind he was ready to return to the ordinary life of people, and he started feeling guilty for not taking this decision earlier, when Elektra was still in Cappadoccia.

He spent endless sleepless nights, dreaming with his eyes open, that he was in Colmar, with Elektra, and the Monastery in Cappadoccia was just a dream.

To his surprise, one day he received a photo showing Elektra in New York.

She had attached a note saying that everything was wonderful, she went to New York for a three day conference,  and that next day she would visit an old friend of hers in Long Island.

On the next day, Elektra joined the legions of Angels, when she was shot when exiting her friends car in the parking lot of a Long Island Restaurant.

The local newspaper reported on the murder:

«Elektra Meyer, 30, of Colmar, France, died shortly after being rushed to a hospital after she was shot in the parking lot at the back of the La Cantina restaurant on Main Street.

Investigators believe Meyer had just gotten out of the silver Mercedes of Joe Bray, who was driving, when at least one gunman ambushed her as she arrived with Joe Bray at the restaurant for the day.

According to the Long Island business registry, Bray was a shareholder in the eatery through a numbered company.

The restaurant has for years been a popular destination for diners looking for a traditional Italian meal in Long Island.

But La Cantina was described, during the 2002 trial of a Manhattan lawyer charged with drug smuggling for the Rizzi clan, as a known hangout for drug traffickers. The lawyer, who was eventually acquitted, was barred from going to the restaurant when he was released on bail.»

Long Island Police collecting evidence in the parking lot

The police found Kostas’ photo and address in Elektra’s purse and notified him immediately.

Kostas could not come to terms with Elektra’s death.

Who was her friend?

Why did the criminals shoot Elektra and not Bray?

He swore to take revenge, no matter what it took for him to do that, and left the monastery for good.

His life was never going to be the same.

Kostas found refuge in a nearby town., where he became known as «the Monk».

In order to make a living he started working as a barman in a bar.

One night he met Frank R.

Frank was an American, a marine veteran of the Afghan war.

He was tough and reserved, but gradually developed a liking for Kostas.

The two men would often chat and arrived at the point where they considered themselves to be friends.

However, things were not what they appeared to be.

Frank presented himself as a businessman, working on behalf of an American Corporation trading goods between Asia and the US.

In reality, Frank was the person responsible for the movement of opiates from Afghanistan through Turkey to Europe.

Frank preparing for work

He belonged to a criminal organization that controlled more than half of the traffic.

For the reader who founds herself in totally unknown territory, I offer the following as supporting information.

«The general route for smuggling Afghan-produced opiates from Pakistan goes overland from Pakistan’s Balochistan province across the border into Iran, then passes through the northwestern region, which is inhabited by Kurds, and finally into laboratories in Turkey, where the opium is processed.

The shipments from Pakistan may be broken down into smaller shipments once in Iran. Iran is both a transit country and a destination for opium products. Iranian domestic production is believed to be quite low and unable to supply domestic demand. Opiates not intended for the Iranian market transit Iran to Turkey, where the morphine base is processed into heroin. Heroin and hashish are delivered to buyers located in Turkey, who then ship the drugs to the international market, primarily Europe.»

Frank one day was visited by his wife, Ulrike, who was a diplomat with the German Embassy in Ankara.

Frank and Ulrike were a harmonious couple.

They shared most of things in life, among them a double life.

Ulrike was in reality working for the Turkish Military Intelligence Agency, using her diplomatic job as a cover.

Ulrike and two of her toys

Frank had already spoken to Ulrike about his new friend, Kostas, and his tormented life.

Ulrike felt sorry for Kostas and in order to brighten his day, she invited her friend Evita to join her in her trip to Cappadoccia.

Evita was the daughter of the Argentinian Ambassador in Turkey and was spending a few months with her widowed father before going back to Buenos Aires in order to take over the family business.

Frank and Ulrike were wondering how Kostas would respond to the presence of the attractive Latin American.

Would she be able to help him get out of the deep depression and become alive again?

to be continued….

I need to make a small break from the drama evolving in front of my very own eyes in Cappadoccia, by opening another cycle of articles whose topic is the eye.

The first part has to do with eyes eating fish, which is the result of not having enough money to buy the fish.

When this is the case, in Greece we use the expression:

«Φατε Ματια Ψαρια και Κοιλια περιδρομος»

Paul Klee: Eye for an I

which means something like:

«When the Eye eats the fish, you end up with your belly more than full»

The menu today has two of my favorite fish,  rock gurnard (kaponi in Greek) and scorpion fish (scorpaena scrofa).

Rock Gurnard (kaponi)

I like the whole fish, but today eye eats fish, fish is eye.

Next in line the powerful scorpion fish (scorpaena scrofa).

Scorpaena Scrofa

The eye, the eye!

I conclude this short escape to the world of the eye with the eyes of enfant terrible Georges Battaille.

Eyes of Georges Battaille

PS. There are more eyes to explore. Until then, let this book cover keep you good company.

Discourse on Existence Ι

Κυριακή, 16 Μαΐου, 2010

Do I exist?

I was recently asked to prove my existence. What follows is the first attempt.

But it is not a proof.

I is merely an invitation to discourse.

Υπαρχω;

Προσφατα μου ζητηθηκε να αποδειξω την υπαρξη μου.

Το πονημα που ακολουθει ειναι η πρωτη αποπειρα.

Ομως δεν προκειται περι αποδειξεως.

Περισσοτερο ειναι μια προσκληση σε διαλογο περι της υπαρξεως.

Ο Νικος Γαβριηλ Πεντζικης ηρθε πρωτος στο μυαλο μου.

Με το αστειρευτο χιουμορ του ειχε αναρωτηθει:

«Σκεφτομαι αρα υπαρχω. Οταν κοιμαμαι δηλαδη ειμαι πεθαμενος;»

Ας δεχτουμε λοιπον την ασυνεχεια της υπαρξης.

Κι οταν ειμαι ξυπνιος; Υπαρχω;

Υπαρχω οταν ταξιδευω.

Υπαρχω οταν ερωτευομαι.

Υπαρχω οταν αναπνεω μεσα απο το στηθος της Αγαπημενης

Οταν βλεπω μεσα απο τα ματια της.

Οταν την μισω περισσοτερο και απο τον εαυτο μου.

Υπαρχω οταν ειμαι ελευθερος

Οταν γινομαι απεραντος σαν την θαλασσα

Οταν μπορω να ζω χωρις τον φοβο οτι θα πεθανω

Υπαρχω οταν ειμαι ετοιμος να ανεβω στον χορο με τις νεες κοπελλες

Υπαρχω κι οταν χορευω μια ζεμπεκια για την Ευδοκια

Υπαρχω οταν πινω ενα ουζακι

Υπαρχω οταν μοιραζομαι ενα χταποδακι με τους αγαπημενους

Υπαρχω οταν σαλπαρω

Υπαρχω οταν εμβαπτιζομαι στην κολυμβηθρα του Αιγαιου

Υπαρχω οταν εχω μνημη

Υπαρχω οταν δεομαι υπερ των ψυχων και των πνευματων υμων

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 80 other followers